Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Bora 2

Αστραπές και βροντές φοβερές
Κεραυνοί μαχαιριές σχίζουν τον ουρανό
Όλη τη μέρα βρέχει αίμα

Και τη νύχτα οι πληγωμένες ψυχές
Βυθισμένες στη σκιά των Εγώ
Ψάχνουν λύτρωση στο φευγιό και στο ψέμα

Αγαπημένες μορφές και ματιές
Σαν άγγελοι προβάλλουν μες στο κρύο
Έχουν υπάρξει και αυτές
Στο μηδέν και στο δύο.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Γενέθλια

Στη θάλασσα που οι ψυχές ξεπλένονται από τον Ζέφυρο
Κολύμπησα σήμερα κι ήταν σαν τότε που ήμουν έμβρυο
Σαν τότε που ήμουν ιδέα που δε συλλήφθηκε ή που ξεχάστηκε
Σαν τότε που ένιωσα ευγνώμων για ό,τι βίωσα και για ό,τι χάθηκε

Τη θάλασσα που λούζει αιώνια ο ήλιος και η βροχή
Την ταξιδεύω με ένα βαπόρι από την Ανατολή ως την Δύση
Στο κατάρτι του στέκεται σήμερα και τιτιβίζει ένα πουλί
Που πριν το σκοτάδι προς το νησί θα φτερουγήσει

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Αυτό το έχω βαρεθεί


Είναι κάποια τραγούδια που στιγμές - στιγμές εκφράζουν τόσο καλά όσα αισθάνεσαι για αυτά που συμβαίνουν. Είναι κάποια τραγούδια που σου αγκαλιάζουν την πονεμένη σου ψυχή, σε ζεσταίνουν και σου λεν προχώρα με τον τρόπο τους. Και εσύ προτιμάς να μένεις ακίνητος, διχασμένος και βασιλευόμενος...




Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Τα πικραμύγδαλα


Οι σχέσεις μου οι φοβισμένες
Και τα αγχωμένα όνειρά μου
Πικραμύγδαλα πάνω στο χώμα
Διαλύονται μόνα

Τo πιο γλυκό απόγευμα του χρόνου
Ψιλή βροχή πότιζε την αυλή μου
Και τα γυμνα κλαδιά του κουρασμένου δένδρου
Πλένονταν για ώρα

Απόψε το φεγγάρι είναι μισό
Μα όταν θα ξημερώσει
Τα πικραμύγδαλα πάνω στο χώμα
Θα έχουν γίνει χώμα, καινούριο χώμα



Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Ταξιδεύοντας (ζ)

Ξημέρωμα στη λεωφόρο. Ο Ανδρέας οδηγάει μόνος. Κρατάει το τιμόνι με το δεξί του χέρι, το αριστερό το έχει αφήσει έξω από το παράθυρο και το ανεβοκατεβάζει ο αέρας. Ένα φανάρι κοκκινίζει στα εκατό μέτρα. "Κανόνας: όταν βλέπουμε κόκκινο, σταματάμε". Ο Ανδρέας φρενάρει. "Κανόνας: όταν αναλαμβάνουμε μια ευθύνη τη διεκπεραιώνουμε και δεν τα παρατάμε". Δυο κόκκινα μάτια από την αϋπνία και τις πολλές ώρες δουλειάς τον κοιτάζουν από τον κεντρικό καθρέφτη.

Στο δρόμο δεν κυκλοφορεί κανείς. Το φανάρι πρασινίζει μετά από έναν αιώνα, μα ο Ανδρέας δεν αφήνει το πόδι του από το φρένο. Ανησυχεί προς στιγμή μην έρθει κανείς με φόρα και τον τρακάρει, όμως μόνο φαντάσματα κυκλοφορούν αυτή την ώρα. Σκέφτεται θυμωμένος πως διάολο συνεχίζει να κάνει μια δουλειά που δεν του δίνει χαρά, που τον γεμίζει άγχος και κούραση, που φθείρει τόσο εκείνον όσο και όλα εκείνα που αγαπά.

Κόκκινο πάλι και ξανά πράσινο. Βάζει πρώτη, τα πόδια του ισορροπούν σε γκάζι και συμπλέκτη, το αμάξι είναι έτοιμο να ξεκινήσει. Μα τι τον κρατάει πια, γιατί δεν φεύγει, γιατί δεν προχωράει μπροστά; Τρέχει αλμύρα στο πρόσωπό του που, έτσι χλωμό που ήταν, έμοιαζε με φτηνή μάσκα. Μια παιχνιδιάρα νυχτοπεταλούδα μπαίνει από το παράθυρο και κάθεται πάνω στον καθρέφτη. Κοιτάχτηκαν για λίγο. "Είσαι ελεύθερη και ωραία, βρε", της λέει. "Είναι που μεταμορφώθηκα πρόσφατα, βρε", του απαντάει κι εκείνη πριν βγει όπως μπήκε απ' το αμάξι. Επιτέλους, το αμάξι του Ανδρέα ξεκόλλησε από το φανάρι...

Φτάνει σπίτι γύρω στις έξι, ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει. Παρκάρει γρήγορα, παίρνει το σακάκι και τον χαρτοφύλακά του, κλειδώνει το αμάξι και μπαίνει μες στο διαμέρισμα όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Ανυπομονεί να ξαπλώσει δίπλα στη Ρίτσα του, να νοιώσει τη ζεστή αύρα της αγαπημένης του, να την αγκαλιάσει τρυφερά και να κοιμηθεί ήρεμος μαζί της για μια - δυο ώρες, για να ξυπνήσει και να είναι γύρω στις εννιά και πάλι στο πόστο του στο γραφείο. Δεν ανάβει κανένα φως για να μην την ενοχλήσει. Μόνο που δεν ήταν κανείς εκεί για να ενοχλήσει. "Ριτσάκι μου;", φώναξε ανήσυχος ο Ανδρέας.

Ανάβει αμέσως τα φώτα της κρεβατοκάμαρας. Πάνω στο κομοδίνο της συντρόφου του βλέπει πολλά κομμάτια από σχισμένο χαρτί και λίγο πιο μπροστά τους ένα χάρτινο καραβάκι. Πλησιάζει. Το γράμμα που γεμάτος μεταμέλεια της είχε γράψει πριν λίγο καιρό για να της ζητήσει συγγνώμη που για τη δουλειά του παραμελούσε τόσο εκείνην όσο και τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς και για να της υποσχεθεί ότι η κατάσταση αυτή σύντομα θα άλλαζε γιατί προτεραιότητά του ήταν η σχέση τους, είχε γίνει δεκαέξι μικρά κομματάκια που έμοιαζαν με κύματα αφρισμένης θάλασσας. Κάποιο λευκό χαρτί είχε μετατραπεί σε καράβι που προσπαθούσε να βγει από τη φουρτούνα.

Ο Ανδρέας είναι φανερά ταραγμένος, κάθεται στο κρεβάτι στο πλευρό της Ρίτσας - που ποιος ξέρει που βρίσκεται. Χαϊδεύει με τα χέρια του τα κύματα του κομοδίνου, περιεργάζεται με το βλέμμα του το χάρτινο καράβι και προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί. Στην πλώρη, από τη μια μεριά ήταν γραμμένο το όνομα "Πηνελόπη", μόνο που ένα φαρδύ "Χ" από πάνω του έμοιαζε να το διαγράφει και να το ακυρώνει. Στην άλλη μεριά ήταν γραμμένο το όνομα "Ελευθερία". Βυθίζεται στις σκέψεις του. "Κανόνας: όταν σηκώνεις τη μια άκρη ενός ραβδιού, τότε σηκώνεις και την άλλη". Κανένας...

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Ταξιδεύοντας (στ)

Κύριε, κάτι ξεχάσατε στην καρέκλα σας. Μια απλή πρόταση, που κανείς δεν βρέθηκε να του την πει... "Εμπρός παρακαλώ;", "Ναι, καλημέρα σας, ταξίδευα χθες το απόγευμα με το φλάινγκ κατ που έκανε εκτάκτως το δρομολόγιο από Πόρο για Πειραιά. Ξέρετε, χμ, πρέπει να έχω ξεχάσει μια σκουρόχρωμη πένα στη θέση που καθόμουν και ήθελα να ρωτήσω μήπως την βρήκατε. Είναι δώρο του παππού μου και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για εμένα.", "Καταλαβαίνω. Δυστυχώς, δε μου έχει αναφερθεί κάτι σχετικό. Μισό λεπτό όμως να ρωτήσω και τη συνάδελφο που ήταν στο εκδοτήριο χθες το απόγευμα. Που είπατε ότι καθόσασταν;", "Στην πίσω σειρά καθισμάτων, κοντά στο μπαρ, δίπλα στα παράθυρα της δεξιάς μεριάς του πλοίου, κάπου εκεί τέλος πάντων.", "Κύριε, λυπάμαι, αλλά ούτε και η συνάδελφος γνωρίζει κάτι για αυτό που ζητάτε."...

..."Καλησπέρα", "Καλησπέρα και σε σας, ξέρετε ταξίδεψα χθες το απόγευμα με αυτό το πλοίο από Πόρο για Πειραιά και την ώρα που σηκώθηκα για την αποβίβαση πρέπει να μου έπεσε πάνω στο κάθισμα ένα οικογενειακό κειμήλιο, μια σκουρόχρωμη πένα δώρο απ' τον παππού μου. Θα μπορούσα παρακαλώ πολύ να ανέβω μια στιγμή στο πλοίο να ψάξω μήπως παρ' ελπίδα την βρω;", "Βεβαίως κύριε. Θα σας συνοδεύσω εγώ. Που είπατε ότι καθόσασταν;", "Στην πίσω σειρά καθισμάτων, κοντά στο μπαρ, δίπλα στα παράθυρα της δεξιάς μεριάς του πλοίου... Κάπου εδώ δηλαδή...",  "Βρήκατε κάτι, κύριε;", "Όχι. (Γαμώτο...)".

Ο ήλιος στο λιμάνι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, κοκκινίζοντας τα τζάμια των κτιρίων των ναυτιλιακών εταιρειών και των πρακτορείων, των αυτοκινήτων, των ποσταλιών. Ο Ανδρέας ήθελε να περπατήσει, ίσως ένας περίπατος να τον βοηθούσε να πάρει απόφαση ότι χάθηκε ό,τι χάθηκε. Κοίταξε γύρω του, είδε να γίνονται έργα προς την κατεύθυνση της ακτής Μιαούλη και διάλεξε για τη βόλτα του την άλλη κατεύθυνση. Έστριψε ένα τσιγάρο χωρίς βιασύνη και ξεκίνησε το σεργιάνι του. Στην ακτή Ποσειδώνος τα περισσότερα πλοία των γραμμών του Αργοσαρωνικού είχαν ήδη επιστρέψει, ενώ στην ακτή Τζελέπη, αρχής γενομένης από το BS ITHAKI που ρεμέτζαρε, από ώρα σε ώρα θα επέστρεφαν και τα υπόλοιπα κυκλαδίτικα βαπόρια. 

Συνεχίζοντας το περπάτημα, από την ακτή Κονδύλη μέχρι και την ακτή Ηετίωνα είδε παρατεταγμένα τα μεγάλα, γρήγορα, πολυτελή αλλά και ασουλούπωτα πλοία που θα έφευγαν για Κρήτη μέχρι το βράδυ. Ένα από αυτά, ίσως το πιο όμορφο, σήκωνε άγκυρα εκείνη την ώρα για να εκτελέσει το τακτικό του δρομολόγιο στην γραμμή της Κασσοκαρπαθίας. Ο Ανδρέας είχε την παρόρμηση να κάτσει να χαζέψει τον απόπλου, αλλά τελικά συνέχισε τη βόλτα του. Πέρασε μπροστά από τα πλοία που θα αναχωρούσαν σε λίγες ώρες για Χίο - Μυτιλήνη, περπάτησε γύρω από τις εγκαταλειμμένες σιταποθήκες του λιμανιού και δίπλα από τη δεξαμενή του Βασιλειάδη, άφησε πίσω του το πλοίο της εταιρείας που μονοπωλούσε τις γραμμές της Δωδεκανήσου, το οποίο εκείνη την ώρα φόρτωνε κόσμο και οχήματα ντουμανιάζοντας τον ουρανό, και έφτασε μέχρι τον λιμενοβραχίονα της μπούκας του λιμανιού.

Ήταν επικίνδυνα εκεί, αλλά και η θέα μαγική. Πίσω του το λιμάνι, μπροστά του ξανοιγόταν ροδοκόκκινος ο Σαρωνικός, ροδοκόκκινο το Αιγαίο, ροδοκόκκινο το άπειρο. Πλησιάζοντας προς τον φάρο που βρισκόταν στην άκρη του λιμενοβραχίονα, το βλέμμα του μαγνητίστηκε από την εικόνα μιας νεαρής κοπέλας που καθόταν εκεί και πότε κοιτούσε τη θέα μπροστά της, πότε έγραφε κάτι σε ένα τετράδιο. Ο αέρας ανέμιζε τα λυμένα καστανόξανθά της μαλλιά και ανακάτευε την αύρα της με αυτή της θάλασσας. Μια ασυγκράτητη επιθυμία να μιλήσει στη γυναίκα αυτή κυρίευσε αστραπιαία τον Ανδρέα. Επιβράδυνε τον βηματισμό του για να μην την τρομάξει και έφτασε κοντά της, αγνοώντας εντελώς τον φόβο της ενδεχόμενης απογοήτευσης που θα ένιωθε αν η γυναίκα που θα προσέγγιζε τον απέρριπτε. "Καλησπέρα", της είπε γλυκά. 

Η Ρίτσα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε διερευνητικά. "Γνωριζόμαστε;", του απάντησε με αμυντική διάθεση. "Μάλλον όχι, δηλαδή δεν ξέρω, όμως ναι, τώρα που το λες κάτι μου θυμίζεις" είπε ο Ανδρέας, που πριν ακόμη ολοκληρώσει τη φράση του είχε καταλάβει ότι το χρώμα του προσώπου του συντονίστηκε με το ροδοκόκκινο τοπίο. Το παρατήρησε αυτό η Ρίτσα και αισθάνθηκε πιο ασφαλής. Έστρεψε πάλι την προσοχή της στο τετράδιο/ημερολόγιο που κρατούσε, αποφασισμένη να μη δώσει άλλο χώρο και σημασία στον αδέξιο εισβολέα. Με όση αυτοπεποίθηση μπορούσε να συγκεντρώσει ο Ανδρέας, συνέχισε: "Ταξίδευες μήπως χθες το απόγευμα από Πόρο για Πειραιά με μια φίλη σου; Σε θυμάμαι, ήσασταν μετά από εμένα στη σειρά επιβίβασης, γύρισα και σας κοίταξα όταν ρώτησες την υπεύθυνη πληρώματος αν μπορούσατε να καθίσετε σε όποιες θέσεις θέλατε!". Η Ρίτσα σήκωσε αργά το κεφάλι της και έστρεψε το βλέμμα της ενοχλημένη πάνω στον Ανδρέα. "Ας το καλό!", απάντησε με έκπληξη. "Θυμάμαι κι εγώ τη στιγμή που λες, σε θυμάμαι. Είσαι τελείως διαφορετικός χωρίς το κουστούμι", του απάντησε.

Ο πάγος έμοιαζε να σπάει. Μέσα σε πέντε λεπτά συστήθηκαν, μίλησαν για το χθεσινό τους ταξίδι, για τη βόλτα τους στο λιμάνι, για τις συμπτώσεις, για το υπέροχο ηλιοβασίλεμα, για τα πιο ενδιαφέροντα αλλά και τα πιο απίθανα μέρη που μπορεί κανείς να γράψει στο ημερολόγιό του. Η Ρίτσα παρέμενε καθιστή στη θέση της κάτω από τον φάρο, ο Ανδρέας στεκόταν αρκετά κοντά της αλλά όχι δίπλα της. Είχαν καλή διάθεση, χαμογελούσαν, αντάλλαζαν ματιές διερευνητικές... Οπωσδήποτε αποτελούσαν ενδιαφέρον θέαμα για τους δυο ψαράδες που ψάρευαν εκεί κοντά, καθώς και για τους λίγους επιβάτες που στέκονταν στα καταστρώματα των πλοίων που περνούσαν δίπλα τους, άλλα αναχωρώντας και άλλα καταφθάνοντας... 

Κάποια στιγμή ο Ανδρέας κατάλαβε ότι δε μπορούσε να βρει άλλο θέμα για να συνεχίσει την κουβεντούλα και ένιωσε ότι μάλλον και η Ρίτσα δεν ήθελε να συνεχίσει. Απρόθυμα, αλλά αποφασιστικά της είπε με σταθερή φωνή: "Λοιπόν, Ρίτσα, χάρηκα πραγματικά που ήρθαν έτσι τα πράγματα και γνωριστήκαμε. Θα σε αφήσω τώρα να συνεχίσεις το ταξίδι των εσωτερικών σου αναζητήσεων. Κάπου μπορεί να ξανασυναντηθούμε, που ξέρεις". Της χαμογέλασε και επειδή δεν πήρε κάποιο ξεκάθαρο σινιάλο από εκείνη, έκανε να φύγει πριν επιτρέψει στο αίσθημα της ματαίωσης να του χαλάσει τη διάθεση. "Ανδρέα, μισό λεπτό.", του απάντησε η Ρίτσα, η οποία σηκώθηκε γρήγορα από τη θέση της. Έγραψε σε μια λευκή σελίδα του τετραδίου της τον αριθμό του κινητού της, τον πλησίασε και του την έδωσε χαμογελαστή, λέγοντάς του: "Κι εγώ χάρηκα, Ανδρέα. Κάλεσε με αν το θελήσεις. Θα ήθελα να τα ξαναπούμε."...

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ταξιδεύοντας (ε)

"Κι αν δε μου περνάει από το μυαλό να κάτσω εκεί που θέλω αλλά ζητώ να μου επιτρέψουν να κάτσω όπου βρω, είναι γιατί δυσκολεύομαι να αναγνωρίζω και να στοχεύω σε πράγματα που κάνουν τη ζωή μου άξια για να τη βιώσω και εμένα καλύτερο άνθρωπο.

Κι αν βγάζω που και που επιθετικότητα και ξεσπάω το θυμό μου εκεί που δεν πρέπει -
χωρίς να σκέφτομαι την επίδραση των πράξεών μου στους άλλους -, είναι γιατί συνήθως δεν εκφράζω τα συναισθήματά μου ελεύθερα και κρατάω πολλά πράγματα μέσα μου,

Κι αν συχνά δεν εμπιστεύομαι τη συνείδησή μου αλλά ακολουθώ τις φωνές άλλων, είναι γιατί φοβάμαι την αποτυχία και τη μοναξιά και γιατί μέσα από τα πρέπει και τις εξαρτήσεις νιώθω κάποια ασφάλεια.

Κι αν συχνά δεν έχω την πυγμή και την πειθαρχία να κάνω τις υποσχέσεις μου πράξεις, είναι γιατί δεν είμαι ολόκληρος δοσμένος σε ό,τι κάνω.

Κι αν δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου όταν πέφτω, είναι γιατί με βαραίνει η σκέψη πως
ό,τι έγινε, έγινε, κι η πορεία δεν μπορεί να αντιστραφεί.

Κι αν γράφω ό,τι γράφω πίσω από αυτό το φωτοαντίγραφο τιμολογίου, είναι γιατί μέχρι να φτάσω στον δικό μου προορισμό θέλω να έχω ζήσει."

Αυτά πρόλαβε να αποτυπώσει στο χαρτί από όσες σκέψεις έκανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Μόλις το πλοίο μπήκε στο λιμάνι του Πειραιά, ο Ανδρέας μάζεψε τα πράγματά του βιαστικά και σηκώθηκε με μια παρορμητική ανυπομονησία να αποβιβαστεί. Κάτι είχε ξεχάσει στην καρέκλα του.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Ταξιδεύοντας (δ)

Η Ρίτσα και η φίλη της κάθισαν εκεί που ήθελαν: κάπου στη δεξιά μεριά του σαλονιού, δίπλα σε ένα παράθυρο με θέα τη θάλασσα και, για λίγες ακόμη στιγμές, το νησί. Μόλις πέντε - έξι μέτρα μακριά τους, ένα λευκό τραπέζι της καφετέριας του λιμανιού ήταν άδειο και καθαρό σαν καμβάς. Ήταν λες και ποτέ δεν κάθισαν στις μπαμπού καρέκλες του, λες και πάνω του ποτέ δεν ακούμπησαν τα χέρια τους, λες και καμιάς τους τα δάκρυα δεν έβρεξαν το τραπέζι αυτό ποτέ. Το πλοίο ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν ανάλαφρα και ευδιάθετα. Και το τραπέζι γρήγορα έγινε μια λευκή κουκκίδα στο ορίζοντα, μια ανάμνηση θολή.

«Ριτσάκι μου, θες ένα φρούτο;», ρώτησε η Αναστασία έχοντας ήδη πιάσει για τον εαυτό της ένα αχλάδι από την τσάντα της. «Έχω άλλο ένα, αλλά από ό,τι βλέπω είναι λίγο χαραγμένο - ελπίζω να μη το σιχαίνεσαι», συνέχισε. Παίρνοντας με χαρά η Ρίτσα το φρούτο που της πρόσφερε η φίλη της, παρατήρησε ότι η χαρακιά έμοιαζε πιο πολύ με κάποιο γράμμα του αλφαβήτου - μάλλον στο "Ε" - παρά με κάτι τυχαίο. «Αυτό δύσκολα να έγινε μόνο του, μάλλον κάποιος το χάραξε εκεί, κοίτα εδώ…», είπε η Ρίτσα. Ύστερα ρώτησε γεμάτη ενθουσιασμό την φίλη της «Αναστασία, την ιστορία της γιαγιάς μου στην έχω πει;». «Την ιστορία της γιαγιάς σου; Δε νομίζω. Για πες!», απάντησε η φίλη της.

«Η γιαγιά μου η Ελευθερία, η μάνα της μάνας μου – από εκεί πήρα και το όνομά μου – γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό τη Νισύρου, στις αρχές του εικοστού αιώνα, το 1908. Τα Δωδεκάνησα τότε ήταν μια ακόμη ελληνόφωνη και χριστιανοορθόδοξη επαρχία του Οθωμανικού κράτους και παρέμειναν έτσι μέχρι το 1912, οπότε και «απελευθερώθηκαν» από τους Ιταλούς. Τα χρόνια της Ιταλικής κατοχής ήταν σκληρά, ο περισσότερος κόσμος με το ζόρι τα έβγαζε πέρα. Τα κύματα μετανάστευσης προς Αμερική, Ρωσία και Αυστραλία είχαν ήδη ξεκινήσει. Η γιαγιά μου από μικρή βοηθούσε τους αγρότες γονείς της με τα χωράφια και με τα οικόσιτα ζώα. Παρόλο που ο δάσκαλος έλεγε ότι “τα έπαιρνε τα γράμματα”, οι γονείς της την απομάκρυναν από το σχολείο στο τέλος της τρίτης δημοτικού. “Έχουμε μεγάλες ανάγκες στα χωράφια”, είχαν πει στον δάσκαλο. Κατά βάθος όμως, τους κακοφαινόταν που στο σχολείο έβαζαν την κόρη τους να μαθαίνει Ιταλικά. Έτσι, λοιπόν, από πολύ μικρή η γιαγιά μου ήταν όλη μέρα στα χωράφια και στα ζώα, βοηθώντας μαζί με τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια της τους γονείς τους στη δουλειά. Μόνο το πρωί της Κυριακής δεν δούλευαν: έβαζαν τα καθαρά τους ρούχα και πήγαιναν και οι έξι τους στην εκκλησία “να ακούσουν το Ευαγγέλιο”, όπως μου έλεγε με περηφάνια.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παντελής, ο μεγάλος της αδελφός, πήγε στην Αμερική – κανείς ποτέ δεν έμαθε έκτοτε νέα του – και ο Αντωνάκης μπάρκαρε. Οι άλλοι δυο, ο Θοδωρής και ο Στεφανής, της έλεγαν να ανοίξει τα μάτια της να βρει έναν νοικοκύρη να παντρευτεί, επιτέλους να πάρουν σειρά και εκείνοι (έτσι ήταν τότε, τα αγόρια δεν παντρεύονταν μέχρι να παντρέψουν όλες τους τις αδελφές τους, έχοντας βεβαίως εξασφαλίσει για αυτές την κατάλληλη προίκα). Από τα δεκαπέντε της άρχισαν τα προξενιά: το πρώτο ήταν για ένα σαραντάχρονο ζωντοχήρο τσοπάνη, το δεύτερο για τον ανεψιό του γραμματικού του χωριού. Κλάμα η γιαγιά μου, κανέναν τους δεν ήθελε να πάρει. “Έτσι όπως πας θα μείνεις στο ράφι, αφορεσμένη. Αυτόν θα πάρεις, τελεία και παύλα”, της έλεγε ο πατέρας της θυμωμένος, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι. “Αν τον πάρω, θα φαρμακωθώ και θα 'χεις το κρίμα στο λαιμό σου” ψιθύριζε στην κυρά Πολυξένη, τη μάνα της, όταν έμεναν οι δυο τους. Και το προξενιό χαλούσε, μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο.»

«Μπράβο πείσμα η γιαγιά σου, Ριτσάκι μου», είπε η Αναστασία. «Έχεις καλά γονίδια!», συμπλήρωσε. «Που να ακούσεις και τη συνέχεια της ιστορίας», απάντησε η Ρίτσα, μασώντας ταυτόχρονα μια μπουκιά από το φρούτο που της πρόσφερε η φίλη της... «Τη γιαγιά μου γρήγορα άρχισε να τη βαραίνει η σκέψη πως οι δικοί της δεν την αγαπούσαν το ίδιο όπως παλιά, αισθανόταν βάρος, αισθανόταν μοναξιά. Στεναχωριόταν και ένιωθε ενοχές, χωρίς όμως να καταλαβαίνει τι φταίξιμό είχε που δεν ήθελε να παντρευτεί κάποιον που δεν της άρεσε... Μια μέρα που είχε τελειώσει πιο αργά από ό,τι συνήθως τις πρωινές δουλειές της με τα ζώα και με το χωράφι, αντί να γυρίσει στο χωριό αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι το απόγευμα, οπότε και θα μάντρωνε τις χορτάτες από βοσκή και ήλιο αγελάδες και θα ανηφόριζε προς το σπίτι της αγκαλιά με το καλάθι με τα αχλάδια και τα δαμάσκηνα που ήδη είχε μαζέψει. Οι δικοί της δεν θα ανησυχούσαν, ήταν κοινή πρακτική όλων των χωριανών να ξεμένουν στα χωράφια μέχρι το απόγευμα όποτε χρειαζόταν.

Κάτω από τον ίσκιο της αμυγδαλιάς την πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει. Ξύπνησε μετά από ώρα όταν άκουσε φτερουγίσματα, πρόλαβε μάλιστα να δει μια πέρδικα να πετάει προς τα κλαδιά μιας συκιάς. Αφού σιγουρεύτηκε ότι οι αγελάδες της συνέχισαν να βοσκούν εκεί που τις άφησε χωρίς να έχουν σκορπίσει, κάθισε πάλι κάτω από το δένδρο και έπιασε να φάει ένα αχλάδι. Κοιτώντας το όμως από κοντά, μια έμπνευση της στιγμής την έκανε να αλλάξει γνώμη. Με ένα μικρό κλαράκι που βρήκε δίπλα της σχεδίασε προσεχτικά πάνω στο φρούτο ένα πουλί και έγραψε πάνω του το όνομά της, την ηλικία της και το όνομα του χωριού της... Μου έλεγε η γιαγιά μου πως ήθελε να φύγει από το κλουβί που ένιωθε ότι ήταν κλεισμένη και ότι την ώρα που ετοιμαζόταν να πετάξει στον αέρα ψηλά και μακριά το φρούτο με το σχέδιό της αντίκρισε την ίδια πέρδικα που πριν είχε δει να κρύβεται μες στη συκιά να ξεπροβάλει μαζί με επτά περδικόπουλα. Της ευφράνθηκε η ψυχή τής γιαγιάς μου, “γεια σου περδικούλα μου, της είπε”. Ύστερα σηκώθηκε, φρόντισε τα ζώα και φορτωμένη με το καλάθι αναχώρησε προς το χωριό.

Τα φρούτα που μάζεψε εκείνη τη μέρα, την προηγούμενη και την επόμενη, ο πατέρας της τα πούλησε στον έμπορα της χώρας που είχε έρθει για δουλειές Σαββάτο πρωί στο χωριό... Μετά από μια βδομάδα, επισκέφθηκε το νησί ο δεσπότης από τη Ρόδο για να χειροτονήσει τον καινούριο ιερέα του χωριού. Ήταν μεγάλο το γεγονός για το νησί, ανήμερα η εκκλησία ήταν γεμάτη από τους τοπικούς άρχοντες και τους χωριανούς των γύρω χωριών, που σύμφωνα με τη γιαγιά μου “ήταν όλοι ντυμένοι με τα καλά των σαν να ήταν η Λαμπρή”. Όταν η λειτουργία τελείωσε και ο καινούριος παπάς χειροτονήθηκε, ακολούθησε τραπέζι στην πλατεία. Κάποιος νεαρός διάκος από τη συνοδεία του δεσπότη ζήτησε από τον παπά να του φωνάξουν την Ελευθερία την Αντρειώτη, που την ήθελε για κάποιο θέλημα. Μόλις πλησίασε η γιαγιά μου και είδε να το νεαρό διάκο να την κοιτάει, κοκκίνισε ολόκληρη και κατέβασε χαμηλά το βλέμμα της. Ο νέος κληρικός είπε πως άκουσε να λεν ότι στα χωράφια του πατέρα της τάχα γίνονταν τα καλύτερα αχλάδια του νησιού και πως αν ήταν έτσι, θα ήταν όμορφο να φέρει στο τραπέζι του δεσπότη μερικά. “Εκτός και αν όλα όσα έχετε μαζέψει έκαναν φτερά και πέταξαν”, συμπλήρωσε, ρίχνοντάς της μια ματιά όλο νόημα...»

«Μη μου πεις!», αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αναστασία. «Ναι, Αναστασούλι μου!», απάντησε η Ρίτσα πάλι μπουκωμένη. «Να μην στα πολυλογώ, η γιαγιά μου τα έχασε, δε μπορούσε να μιλήσει, δε μπορούσε να κουνηθεί. Την αμηχανία την έλυσε η τετραπέρατη κυρά Πολυξένη, που διακριτικά είχε συνοδέψει την κόρη της ως το τραπέζι του δεσπότη και μυρίστηκε ευκαιρία: “Άντε κόρη μου παινεμένη να φέρεις τα αχλάδια και τα δαμάσκηνά μας, να τα χαρεί ο δεσπότης μας να τα χαρεί κι η συνοδεία του. Αχ και να μη με πονούσε τόσο η μέση μου και να μπορούσα να σε βοηθούσα να τα φέρουμε μαζί να μη μου κουραστείς Παναγιά μαζί σου...”. Η γιαγιά μου γύρισε προς τη μάνα της έκπληκτη, έτοιμη να τη ρωτήσει για το πρόβλημα που πρώτη φορά την άκουσε να λέει πως είχε στη μέση της, όταν ο νεαρός διάκος προσφέρθηκε να τη βοηθήσει εκείνος με το κουβάλημα. “Να έχεις την ευχή του Θεού, γιε μου” είπε η κυρά Πολυξένη πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της η κόρη της.

Τον νεαρό διάκο τον λέγανε Νικόλα. Πηγαίνοντας με τη γιαγιά μου να φέρουν τα φρούτα στην πλατεία του χωριού, της είπε ότι μέσα στα πράγματα που είχε αγοράσει από έναν Εβραίο μπακάλη στη Ρόδο ήταν τυχαία και το αχλάδι με το χαραγμένο αερικό και ότι τα πουλιά τα λάτρευε γιατί συμβόλιζαν πάνω από όλα την ελευθερία. Ότι παρατηρώντας καλύτερα το σχέδιο είδε τα στοιχεία κάποιας δεκαοκτάχρονης από ένα χωριό της Νισύρου και ότι του φάνηκε σημάδι από το Μεγαλοδύναμο γιατί το χωριό αυτό θα το επισκεπτόταν σύντομα συνοδεύοντας τον δεσπότη σε μια χειροτονία. Η γιαγιά μου άκουγε κατακόκκινη χωρίς να μιλά, μέχρι που έφτασαν στο σπίτι των γονιών της. Μόλις μπήκαν μέσα ο Νικόλας έκλεισε απαλά την πόρτα, της έπιασε τον καρπό και της είπε γλυκά “Καιρό πολύ προσευχόμουν πριν έρθει η μέρα της δικής μου χειροτονίας να γνωρίσω μια κοπέλα που να αγαπήσω και να παντρευτώ. Προξενιά είχα, αλλά δεν ήθελα έτσι. Είδα το σημάδι, είδα εσένα, τώρα ξέρω. Εσένα θέλω, Ελευθερία! Αν μόνο με θες και εσύ θα σε ζητήσω από τον πατέρα σου. Αν όχι, δεν θα παντρευτώ καμία και θα γίνω μοναχός.”, της είπε και έκλεισε τα λόγια του με λίγη ταραχή.

Η γιαγιά μου γρήγορα βρήκε το χρώμα και το θάρρος της. Του ζήτησε να την βοηθήσει να βάλουν τα φρούτα σε μια τσάντα. Όταν τελείωσαν, ο Νικόλας πήρε την τσάντα και πήγε βιαστικά να ανοίξει την πόρτα. Η γιαγιά μου του έπιασε τρυφερά το χέρι που κατευθυνόταν προς το πόμολο και - χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια - το φίλησε. Πήγαν πίσω στην πλατεία σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Το πρωί της άλλης μέρας ο παππούς μου ο παπά-Νικόλας ζήτησε την Ελευθερία από τον πατέρα της!». «Απίστευτο! Απίστευτο, Ριτσάκι μου! Πολύ όμορφη ιστορία, σε ευχαριστώ που μου τη μοιράστηκες μαζί μου!», είπε η Αναστασία. «Χαίρομαι που σου άρεσε», απάντησε η Ρίτσα. Το καταμαράν είχε ήδη μπει στο λιμάνι του Πειραιά και οι δυο φίλες μάζεψαν τα πράγματά τους και σηκώθηκαν για την αποβίβαση. Μπροστά τους στεκόταν ένας νεαρός κουστουμαρισμένος που κατά την επιβίβαση στον Πόρο είχαν την εντύπωση ότι τους χαμογέλασε...

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Ταξιδεύοντας (γ)

Το περιστατικό που θα αφηγηθώ συνέβη πέντε μήνες αφότου του ανατέθηκε από την εταιρεία η οργάνωση του λογιστηρίου ενός πελάτη σε κάποιο από τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Από την αρχή του κακοφάνηκε η ιδέα να ταξιδεύει ακτοπλοϊκώς αυθημερόν από και προς το νησί και μάλιστα - ειδικά το πρώτο διάστημα - σχεδόν σε καθημερινή βάση. Η σχηματισμένη πεποίθησή του ότι στη δουλειά τον υποτιμούν και δεν επενδύουν πάνω του, αναθέτοντάς του μόνο ό,τι περισσεύει, βρήκε πάλι χώρο να τραφεί...

Το περιστατικό συνέβη μια ζεστή Δευτέρα στα μέσα του Ιουνίου. Ο Ανδρέας είχε φτάσει από νωρίς το πρωί στα γραφεία του συγκεκριμένου πελάτη και προχωρούσε τις εργασίες του σβήνοντας και σημειώνοντας πάνω σε μια λίστα. Η οργάνωση του λογιστηρίου είχε ήδη προχωρήσει αρκετά και η καθημερινή του παρουσία εκεί δεν ήταν πια απαραίτητη, μια εξέλιξη που - όπως και η ποιότητα της συνεργασίας του με τους υπαλλήλους εκεί - τον χαροποιούσε ιδιαίτερα. Το μεσημέρι, λίγο πριν ολοκληρώσει τους ελέγχους σε λογιστικές εγγραφές και στο σχέδιο της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ, δέχτηκε με έκπληξη ένα τηλεφώνημα από το ταξιδιωτικό γραφείο που πρακτόρευε τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Του ανακοινώθηκε ότι εκτάκτως, λόγω αυξημένου αριθμού επιβατών, το απογευματινό δρομολόγιο προς Πειραιά θα το πραγματοποιούσε ένα καταμαράν αντί του ιπτάμενου δελφινιού. Του ανακοινώθηκε επίσης ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει το εισιτήριο που ήδη κατείχε για το ιπτάμενο δελφίνι, χωρίς να χρειάζεται να το μετατρέψει.

Το απόγευμα στο λιμάνι πολύς κόσμος περίμενε το πλοίο, μεταξύ των οποίων και ένα γκρουπ ηλικιωμένων. Η πολυκοσμία και η ζέστη στην προβλήτα, η πυκνή δουλειά της ημέρας, το πρωινό ξύπνημα και το ταξίδι έκαναν τον Ανδρέα να αισθάνεται κάποια κούραση. Ευτυχώς, το καταμαράν κατέφθασε στην ώρα του. Όταν ήρθε η σειρά του να επιβιβαστεί, έδειξε στην υπεύθυνη πληρώματος το εισιτήριό του (πάνω στο οποίο ήταν γραμμένη η αριθμημένη θέση που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει αν ταξίδευε με το δελφίνι), τη ρώτησε: "καθόμαστε όπου βρούμε;" και εισέπραξε ένα καταφατικό νεύμα. Καθώς προχωρούσε προς το εσωτερικό του πλοίου, άκουσε τη μία από τις δύο όμορφες κοπέλες που ήταν πίσω του στη σειρά επιβίβασης να ρωτάει: "καθόμαστε όπου θέλουμε;" και την υπεύθυνη πληρώματος να απαντάει "ναι!". Γύρισε το κεφάλι του χαμογελώντας, χωρίς να λογαριάσει αν θα παρεξηγούνταν για τη χειρονομία του. Μέχρι το καταμαράν να αφήσει για τα καλά πίσω του τον Πόρο, τον Γαλατά και τα Μέθανα, ο Ανδρέας συλλογιζόταν τις διαφορές που κρύβονταν μεταξύ του "καθόμαστε όπου βρούμε;" και "καθόμαστε όπου θέλουμε;"...

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Ταξιδεύοντας (β)

Μες το πλοίο της άγονης γραμμής ο καπετάνιος στέκεται άυπνος στη γέφυρα, για ένα ακόμη μεταμεσονύκτιο ρεμέντζο. Φοράει τη λευκή του στολή, είναι αξύριστος, τα μάτια του είναι κόκκινα από τον λίγο ύπνο. Είναι σε εγρήγορση, έχει τον νου στον σορόκο, μην του ρίξει το βαπόρι στον κυματοθραύστη. Βιράρει τις άγκυρες, βάζει μπρος το πλωραίο προπελάκι για τη μανούβρα και φωνάζει "πρόσω ανάποδα" στον μηχανικό. Ο ναύτης κρατάει το τιμόνι στις ενενήντα μοίρες. Ο υποπλοίαρχος απ' την πρύμνη μετράει αντίστροφα: τριάντα, είκοσι, δέκα, πέντε, δύο. "Κράτει", φωνάζει πάλι ο καπετάνιος στον μηχανικό. Ο καταπέλτης πέφτει.

Στο λιμάνι του νησιού της άγονης γραμμής λίγος κόσμος μπαινοβγαίνει στο βαπόρι - άλλοι μες στα αυτοκίνητά τους, άλλοι πεζοί. Ένας παππούς έχει μείνει ξύπνιος για να υποδεχτεί την κόρη του με την οικογένειά της - τα εγγόνια του ξεχνούν τη νύστα τους και, γεμάτα χαρά, τρέχουν στην ανοιχτή αγκαλιά του. Χαμογελά πιο δίπλα και ένα ζευγάρι νέων, οι οποίοι με το που αποβιβάστηκαν, φορτωμένοι στους ώμους με τα παραγεμισμένα σακίδιά τους, στάθηκαν μπροστά στο γκαράζ και φιλήθηκαν με πάθος τόσο που έκανε τους γύρω τους να διστάσουν να κορνάρουν ή να βλαστημήσουν που έτσι όπως στεκόντουσαν εμπόδιζαν την φορτοεκφόρτωση του πλοίου. Όταν όσοι μπήκαν, μπήκαν και όσοι βγήκαν, βγήκαν, οι δυο λιμενικοί και ο λοστρόμος αποχαιρετίσθηκαν βιαστικά, ο καβοδέτης έλυσε τους κάβους και το πλοίο αναχώρησε.

Στο κατάστρωμα του πλοίου, που μόλις έφυγε από ένα ακόμη λιμάνι νησιού της άγονης γραμμής, ένας ταξιδιώτης στέκεται, παρατηρεί και αναρωτιέται σε πόση ώρα περίπου ξημερώνει.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Αποχαιρετισμός

Ο πατέρας μου και το τέρας.
Τρία χρόνια πόλεμος.
Μια μάχη για κάθε ανάσα.
Μια μάχη για κάθε παλμό.
Λίγες φορές τον άκουσα να παραπονιέται.

Τελευταία δεν τρώει, δεν πίνει,
Κοιμάται δύσκολα.
Τον θρέφει η αφοσίωση της μάνας μου.
Του δίνει κουράγιο η αγάπη των δικών του
Κι ελπίδα η άνοιξη που μπήκε.

Προχθές τα πράγματα ζόρισαν.
Ήρθαν οι κριτές να πουν πως χάθηκε ο πόλεμος.
Τα βλέμματα θόλωσαν,
Τα κεφάλια έσκυψαν.
Μας ένοιωσε ο πατέρας μου.

Με τα χέρια του σφίγγει τα δικά μας,
Ανοίγει για λίγο τα κουρασμένα μάτια του.
Ψελλίζει κάτι που ξεκινάει από σίγμα, 
Σαν "Συγγνώμη", σαν "Σ'ευχαριστώ", σαν "Σ'αγαπώ". 
Κι ύστερα σιωπηλός βουτάει και πάλι στον άνισο αγώνα.

Χθες μπήκε στην εντατική.
Κάτω από ένα σεντόνι ένα ισχνό κορμί κεντημένο με σωληνάκια και καλώδια.
Γύρω οθόνες με γραφήματα και πολλές μετρήσεις.
Όλα βαίνουν μειούμενα.
Μη φεύγεις ακόμη, πατέρα!

Σήμερα* η ψυχή του πέταξε.
"Πόσο περήφανος είμαι για σένα, πατέρα!
Πόσο σ'ευχαριστώ που ήσουν αυτός που ήσουν μέχρι το τέλος!
Πόσο σ'αγαπώ!
Αντίο, λοιπόν, πατέρα μου !"


* 7η Μαρτίου 2013

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Το ψάρι

Ψάρια, που μάλλον έχουν ψαρευτεί από κάποιον, βρίσκονται τοποθετημένα σε ένα μέρος με λίγο νερό, ίσως για να διατηρηθούν λίγο περισσότερο φρέσκα πριν καταλήξουν... Ψάρια μεγαλούτσικα, τα περισσότερα είναι πετρόψαρα, όλα όμοια μεταξύ τους, όλα ακίνητα, σαν νεκρά.

Σχεδόν όλα. Ανάμεσά τους κολυμπάει ένα ασημί ψάρι, λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος από τα άλλα. Το ψάρι αυτό πνίγεται, ασφυκτιά, νιώθω έντονα την αγωνία του. Ξαφνικά τινάζεται και εκτοξεύει από το στόμα του κάτι έξω απ' το νερό. Είναι μήπως ένα μικρό ψαράκι που έφαγε και το ξερνάει την ύστατη ώρα; Δεν βλέπω από εκεί που είμαι.

Πλησιάζω πιο κοντά και βλέπω έναν πολύ μικρό άνθρωπο (όχι μωρό) να ετοιμάζεται να ανοίξει τα μάτια του για να αντικρύσει την ζωή που του (ξανα)χαρίστηκε.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ταξιδεύοντας (α)

Η βροχή ξέπλυνε την αρμύρα από τις λαμαρίνες του βαποριού και χάιδευε απαλά τη φουσκωμένη θάλασσα. Το γιαπωνέζικο σκαρί περίμενε φωτισμένο να περάσουν άλλα τριάντα λεπτά πριν την σαββατιάτικη αναχώρηση. Ο Ανδρέας αγόρασε το εισιτήριό του και χαιρέτησε έξω από τα εκδοτήρια τους γονείς του – μέχρι το μεσημέρι πίστεψαν ότι το πλοίο δεν θα ταξίδευε, αλλά η απογευματινή ανακοίνωση της άρσης του απαγορευτικού χάλασε τα σχέδιά τους να περάσουν άλλη μια μέρα με τον μοναχογιό τους. Δε χάλασε όμως και τα σχέδια του Ανδρέα, που ήθελε οπωσδήποτε την επόμενη να είναι στην πρωτεύουσα. Τον περίμενε η σύντροφός του η Ρίτσα, τον περίμενε η δουλειά του…

Με τη βαλίτσα στο χέρι πέρασε τον καταπέλτη και, ακολουθώντας τις κυλιόμενες σκάλες, βρέθηκε γρήγορα στο χώρο υποδοχής των επιβατών. Στάθηκε μπροστά από τη ρεσεψιόν. Μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν ιδέα του πως η χαρακτηριστική οσμή του γκαράζ έφτανε ως το χώρο που στεκόταν, ο μεσόκοπος άνδρας με τη λευκή στολή και τα χονδρά κοκάλινα γυαλιά που καθόταν πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν πήρε κάπως απότομα το εισιτήριο απ' τα χέρια του Ανδρέα, ενημέρωσε τα τεφτέρια του και το επέστρεψε μαζί με ένα κλειδί στον καμαρότο. «Ακολουθήστε με, κύριε», είπε ευγενικά ο τελευταίος στον Ανδρέα, επιμένοντας μάταια να σηκώσει τη βαλίτσα του. Ο λιγνός και μειλίχιος ναυτικός συνόδευσε τον Ανδρέα μέχρι την καμπίνα Νο 365, επαινώντας τόσο το νησί που άφηναν όσο και την πρωτεύουσα και τις ευκαιρίες της, εκτιμώντας ότι θα είχαν καλό ταξίδι (γιατί το πλοίο «ΤΕΛΧΙΝΕΣ» ήταν καλοτάξιδο και γιατί ο καιρός «έσπαγε» με τη βροχή), κερδίζοντας εν τέλει το χαμόγελο του συνοδευόμενού του και ένα καλό πουρμπουάρ.

Η καμπίνα ήταν καθαρή και τυπική για τετράκλινη, όμως κάποιος άλλος επιβάτης είχε ήδη αφήσει τα πράγματά του μέσα, καθώς και μια έντονη οσμή σπρέι αποσμητικού. Του Ανδρέα δεν του άρεσαν καθόλου οι έντονες μυρωδιές, είτε αυτές προέρχονταν από γκαράζ πλοίου, ή από φθηνό αποσμητικό, ή από οτιδήποτε άλλο. Ωστόσο, στις κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις φρόντιζε να το κρύβει επιμελώς την ενόχλησή του (αν για παράδειγμα έβρισκε δυσάρεστη την ανάσα ή τη μυρωδιά του συνομιλητή του). Τακτοποίησε τη βαλίτσα στην ντουλάπα της καμπίνας, έπλυνε και σκούπισε χέρια – πρόσωπό και βγήκε έξω. Μέχρι να φτάσει στο μπαρ του σαλονιού για να παραγγείλει και να παραλάβει τον αγαπημένο του διπλό σκέτο ελληνικό, πρόλαβε να επιθεωρήσει με το βλέμμα του τις λίγες παρέες, τα δυο ηλικιωμένα ζευγάρια και μερικούς μοναχικούς τύπους που είτε κάτι διάβαζαν, είτε έβλεπαν τηλεόραση, ή κοιμόντουσαν ήδη πάνω στους φθαρμένους από τη χρήση καναπέδες. Παρατήρησε με ανακούφιση ότι κανένας γνωστός του δε βρισκόταν ανάμεσα στους ταξιδιώτες και κατευθύνθηκε με το πάσο του προς την πόρτα για το κατάστρωμα, για τσιγάρο, καφέ και αγνάντεμα. Δίπλα ακριβώς από την πόρτα βρισκόταν ένας χάρτης της Ελλάδας με χαραγμένο το δρομολόγιο του πλοίου, καθώς και ένα πρακτικό σχεδιάγραμμα για την διευκόλυνση του επιβάτη στις μετακινήσεις του εντός του βαποριού. Ο Ανδρέας ήπιε μερικές γουλιές καφέ κοιτάζοντας τις πληροφορίες που είχε μπροστά του. Περισσότερο σκεφτικός παρά προσανατολισμένος, άνοιξε την πόρτα ξαφνικά.

Έφθασε στο πρυμναίο κατάστρωμα και στάθηκε δίπλα στα προστατευτικά κάγκελα μαζί με λίγο κόσμο ακόμη. Μια υπερκατασκευή τους προστάτευε από το ψιλόβροχο, όχι όμως εντελώς και από το χειμωνιάτικο αγιάζι. Από εκεί που στεκόταν μπορούσε να παρατηρεί στην προβλήτα τη ρουτίνα αλλά και τη σκληράδα στα βλέμματα των ναυτικών, των ναυτεργατών και των λιμενικών που διεκπεραίωναν – ο καθένας από το πόστο του – τις τελευταίες εργασίες του απόπλου, τις αγχωμένες κινήσεις ενός αργοπορημένου κοντόχοντρου επιβάτη που φώναζε από μακριά "περιμένετέ με!", καθώς και μια κοπέλα που, απτόητη από τη βροχή, αποχαιρετούσε ακούραστα τον καλό της στέλνοντάς του φιλιά και φωνάζοντάς του "σ' αγαπώ!". Σκέφτηκε φευγαλέα τη σύντροφό του, ήξερε ότι αγαπιόντουσαν βαθιά αλλά τον στεναχωρούσε που έπειτα από τόσο καιρό μαζί δεν μπορούσαν να χαλιναγωγήσουν τις αδυναμίες τους που οδηγούσαν σε καυγάδες και δεν τους άφηναν να ανελίξουν τη σχέση τους... Στην ώρα του ακούστηκε το χαρακτηριστικό μούγκρισμα των μηχανών. Το φουγάρο κάπνισε, οι κάβοι λύθηκαν και οι βυθισμένες άγκυρες αναδύθηκαν από τον πυθμένα βαριές και οξειδωμένες. Με ένα βαθύ συριγμό το πλοίο αποχαιρέτησε το λιμάνι.

Έχοντας ακουμπήσει το ένα πόδι στο κάγκελο του καταστρώματος, ο Ανδρέας έπινε τον πικρό καφέ του καπνίζοντας και αγναντεύοντας.
Παρόλο που το τζιν παντελόνι που φορούσε είχε βραχεί από το εκτεθειμένο γόνατο και κάτω, αισθανόταν ζεστά μες στο χειμωνιάτικο τζάκετ. Το λαδί αυτό πανωφόρι, που πλέον χρησιμοποιούσε αποκλειστικά είτε για καμιά μοναχική χειμωνιάτικη βόλτα ή για κανένα ταξίδι σαν αυτό, το είχε αγοράσει στο δεύτερο έτος των σπουδών του και ήταν από τα ελάχιστα παλιά ρούχα που δεν είχε αποχωριστεί. Τις περισσότερες φορές άφηνε τα ρούχα που δε χρειαζόταν σε σημείο που να μπορούν να τα προσεγγίσουν άνθρωποι που τα είχαν ανάγκη. Τί ωραία που είχε νιώσει ένα βράδυ που είδε έναν άστεγο να φοράει ένα παλιό του φούτερ! Ίσως στο νοιάξιμο και στην ανιδιοτελή προσφορά να κρύβεται το χαμένο νόημα του κόσμου, σκεφτόταν ανέμελα. 

Πιάστηκε όμως από τη λέξη νόημα και βάλθηκε να αναρωτιέται στα σοβαρά αν είναι ένα το νόημα του κόσμου και αυτό μοιράζεται σε κάθε ζωή χωριστά ή αν κάθε ζωή έχει το δικό της νόημα και η σύνθεσή τους είναι που συνιστά το νόημα του κόσμου. Πέρασαν από το μυαλό του όλες οι εικόνες που είδε από τότε που μπήκε στο πλοίο: η ερωτευμένη κοπέλα στην προβλήτα που ήθελε να δείχνει την αγάπη της στον καλό της μέχρι την τελευταία στιγμή, ο αργοπορημένος τύπος που έτρεχε να προλάβει το πλοίο, οι ναυτικοί και οι λιμενικοί που είτε βαρύθυμα, είτε τυπικά, είτε με χαμόγελο εργάζονταν για τα προς το ζην τους καλύπτοντας ανάγκες άλλων ανθρώπων, ο κόσμος που αγνάντευε από το κατάστρωμα, ο κόσμος στο σαλόνι που συζητούσε με την παρέα του ή την οικογένειά του ή το ταίρι του, που διάβαζε κάτι, που έβλεπε τηλεόραση, που κοιμόταν. Όλα αυτά ένιωθε πως είχαν το νόημά τους, όπως ένιωθε πως είχε το νόημά της και η δική του ζωή. Μόνο που το τελευταίο δε μπορούσε να το αισθανθεί, δε χωρούσε μέσα στους «χάρτες» με τους οποίους καταλάβαινε τον κόσμο και αξιολογούσε τα πράγματα. 

Απασχολημένος με τις σκέψεις αυτές, ο Ανδρέας δεν κατάλαβε για πότε τα φώτα της πόλης μίκρυναν και, μαζί με τους ορεινούς όγκους του νησιού, χάθηκαν κι αυτά μες στη νυχτιά. Ήταν εδώ και ώρα μόνος του στο κατάστρωμα. Η παρουσία του προδιδόταν μονάχα από την καύτρα που σαν φάρος έσβηνε για λίγο μέχρι να ανάψει το επόμενο τσιγάρο. Κοιτώντας πότε τα απόνερα που ξετυλίγονταν πίσω από την πρύμνη σαν λευκή κορδέλα ως το λιμάνι και το πατρικό του σπίτι, και πότε την πλώρη του βαποριού που δάμαζε την ανοιχτή θάλασσα και που τον οδηγούσε πρόσω ολοταχώς προς τον προορισμό, ο Ανδρέας ένιωσε δυνατός. Ένιωσε ότι μπορούσε να ανατρέψει τις αδυναμίες του που υπονόμευαν τη σχέση του με τη Ρίτσα, τη σχέση του με τους άλλους, την ίδια τη σχέση του με τον εαυτό του. Ένιωσε ότι περνούσε απ’ το χέρι του να μειώσει την επιρροή που ασκούσε στις επιλογές του η γνώμη των άλλων και να ενδυναμώσει τη βούλησή του, ότι μπορούσε να είναι ειλικρινής και υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό του και στα όνειρά του. Πώς όμως; Τί έπρεπε να κάνει για να αλλάξει; Έκατσε για λίγη ακόμη ώρα στο κατάστρωμα κι ύστερα κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του πλοίου.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Μετά το μάζεμα των ελιών


Τα ξερά φύλλα, τα αδύναμα κλαράκια που έπεσαν,
Κι ό,τι χαλάσαμε για να μαζέψουμε και φέτος τον καρπό,
Όσα χλωρά και άγρια καθαρίσαμε,
Όλα τα κάναμε ένα σορό και τον ανάψαμε,
Και καθίσαμε τριγύρω να ζεσταθούμε,
Κοιτάζοντας τις φλόγες που λες και φτερούγιζαν μέσα από τη φωτιά,
Αναπνέοντας τον καπνό και το διάχυτο στην ατμόσφαιρα άρωμα ελιάς,
Τρώγοντας πυρωμένο ψωμί, αλειμμένο με το φρέσκο λάδι και με αλάτι,
Αποθέτοντας, στο τέλος, περιμετρικά γύρω από τα δένδρα τις στάχτες.
Και φύγαμε, αφήνοντας πια το χωράφι ελαφρύ και καθαρό στον κρύο αέρα.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Ευτυχώς

Ένα τσογλανάκι που γνώρισα στο στρατό σχολιάζει κάτι που παρέθεσα στον τοίχο του facebook-group της σειράς μας. Μπαίνω στο προφίλ του, κάπου γράφει "καλύτερα να έχεις τύψεις παρά απωθημένα". Τι διάολο, εκεί που ακούγοντας το όνομά του συχνά αναρωτιόμουν πως και δεν τον είχα πλακώσει στο ξύλο κάποια από τις φορές που μου έκανε τη ζωή δύσκολη, τώρα μετανιώνω που μόλις του έστειλα friend-request; Εντάξει, ήταν ένας κακομαθημένος πιτσιρικάς και εγώ με τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μου τον είχα ζορίσει αρκετά. Και όχι μόνο αυτόν, δηλαδή... Έχοντας επιλέξει να υπηρετήσω τη θητεία μου ως δόκιμος έφεδρος αξιωματικός (για να αποκτήσω διοικητική προϋπηρεσία και οικονομική ανεξαρτησία), έπρεπε καταρχάς να επιβιώσω για τέσσερις μήνες από τη σχετική εκπαίδευση στην Κρήτη, όπου οι παλιοί αρέσκονταν στον ψυχολογικό πόλεμο (κοινώς: καψώνι) και οι ανώτεροι στο να μοιράζουν ποινές για την πλάκα τους... Η φιλοδοξία μου να αντέξω στις δυσκολίες, να ξεχωρίσω μέσα στο πλήθος και να διοικήσω δίκαια και αποτελεσματικά τη διμοιρία των τριάντα δύο συναδέλφων που ανέλαβα, σκόνταφτε στον φόβο της τιμωρίας, της απώλειας του ελέγχου και της αποτυχίας.

Ήθελα η διμοιρία μου κι εγώ να είμαστε εντάξει με τις υποχρεώσεις μας και να περάσουμε όσο γινόταν πιο όμορφα το τετράμηνο της εκπαίδευσης. Προσπαθούσα να τους μιλάω για την αξία της εργατικότητας, της συλλογικότητας και του αλληλοσεβασμού όχι μόνο με λόγια αλλά κυρίως με το παράδειγμά μου, συμμετέχοντας ακόμη και στην πιο βαρετή αγγαρεία (παρόλο που, κατέχοντας διοικητική θέση, δεν ήμουν υποχρεωμένος να κάνω πολλές από τις δουλειές που ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν οι υπόλοιποι συνάδελφοι). Στην αρχή ήμουν γεμάτος κατανόηση για όλους. Στη συνέχεια, όταν οι προβληματισμοί μου για την αδιαφορία, την τεμπελιά και τον τομαρισμό ορισμένων (και οι ποινές που δεχόμουν προσωπικά από τους ανώτερους, αφού θεωρούμουν υπεύθυνος για την εικόνα της διμοιρίας) μεγάλωσαν, αποφάσισα να τους μοιραστώ με τους συναδέλφους μου. Ζήτησα τη γνώμη τους για το αν η διμοιρία λειτουργεί αποτελεσματικά και, αν όχι, που οφειλόταν αυτό και πως θα μπορούσαμε να βελτιωθούμε. Ακούστηκαν σωστά πράγματα και ζήτησα από όλους να δεσμευτούν ότι θα βοηθούσαν. Κάποιοι πράγματι άλλαξαν συμπεριφορά. Κάποιοι άλλοι όμως, όπως το τσογλανάκι που ανέφερα (και που πλάκα θα έχει να μην αποδεχτεί το friend-request που του έστειλα!), όχι. Αυτό με τρέλαινε. 

"Χαλάρωσε ρε μλάκα, κάνε το κορόιδο, τρεις μήνες έμειναν, μην τους υπολογίζεις, θα τα βρουν μπροστά τους όταν πάνε στις μονάδες και δε θα μπορούν να διοικήσουν τα φαντάρια", μου λέγανε οι φίλοι. "Μοίρασε καλύτερα τη δουλειά της διοίκησης στους τρεις βοηθούς σου, πάψε να θες να τα κάνεις όλα εσύ", ήταν τα λόγια του λοχαγού. Ήμουν πολύ μλάκας όμως για να χαλαρώσω και για να σταματήσω να το παίρνω προσωπικά - όσο για τους βοηθούς μου, μόνο όταν μετά από ένα μήνα άλλαξαν οι δύο από τους τρεις αισθάνθηκα ουσιαστική βοήθεια. Μέχρι τότε φώναζα και απειλούσα με τιμωρίες για να συνετίσω τους "απροσάρμοστους" και να τους κάνω να συμπεριφερθούν "σωστά", οπότε και ορισμένοι από αυτούς αντιδρούσαν είτε κοροϊδεύοντας, είτε προσβάλλοντας, ή και τα δύο, και εγώ με τη σειρά μου συνήθως γινόμουν περισσότερο υστερικός, με αποτέλεσμα να απεμπολήσω σημαντικό μέρος αξιοπρέπειας και κύρους. Αρκετά αργά (προς το τέλος του τρίτου μήνα) άρχισα να καταλαβαίνω τα λάθη μου. Βεβαίως, με μια ευρύτερη αντίληψη του χρόνου, ίσως και να συνέβη αρκετά νωρίς...

Συνειδητοποιώ ότι μια αλληλεπίδραση στο fb στάθηκε αφορμή να γράψω ξανά στο blog μετά από τόσο διάστημα αποχής... Έχουν συμβεί τόσα πράγματα στην προσωπική μου ζωή, στην Ελλάδα, στον κόσμο και εγώ βρηκα να γράψω για τύψεις, απωθημένα και αδυναμίες με φόντο τον στρατό... Ποιος άραγε να ενδιαφέρεται να διαβάσει αυτές τις ενδοσκοπικές μου φλυαρίες... Αισθάνομαι την ανάγκη να ακούσω λίγη μουσική τώρα (χωρίς φλύαρο στίχο, χωρίς διακοπές για σχόλια και διαφημίσεις αν γίνεται). Φόρεσα κιόλας το ένα από τα δύο ακουστικά και αρχίζω να ψάχνω στις συχνότητες. Ευτυχώς πετυχαίνω μια όμορφη εκπομπή στο Τρίτο. Παίζει ταξιδιάρικες μελωδικές συνθέσεις και ο ραδιοφωνικός παραγωγός είναι διακριτικά απών... Έχει περάσει πάνω από μισάωρο, κοντεύουν πια μεσάνυχτα, υποψιάζομαι ότι η μελωδία που ακούω θα είναι πιθανόν και η τελευταία της εκπομπής. Εκείνη την ώρα ακούγεται η φωνή του παραγωγού "Ένας σοφός λέει ότι το να θέλετε πάντα όσα έχετε είναι καλύτερο από το να έχετε πάντα όσα θέλετε. Καλό σας βράδυ, φίλοι μου.". Καλό σου βράδυ, φίλε αναγνώστη. Και καλή χρονιά!

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Είναι ζάχαρη, είναι μέλι, τα καρπούζια του Βαγγέλη


Κυριακή απομεσήμερο πέρασε από τη γειτονιά ο Βαγγέλης ο πλανόδιος διαλαλώντας την πραμάτεια του. Η φωνή του μου φάνηκε οικεία, ήταν σαν να κουβαλούσε μνήμες από ένα ανέμελο παρελθόν. Τότε βέβαια ήταν αδιανόητο να μην βρεθεί κάποιος γείτονας ή γειτόνισσα να τον σταματήσει για να αγοράσει κάτι... Καθώς το κόκκινο φορτηγάκι απομακρυνόταν μαζί με τον οδηγό του προς βορειότερες γειτονιές αναζητώντας καλύτερη τύχη, οι δημοσιογράφοι που βρέθηκαν στη ΔΕΘ συνέχισαν να θέτουν καίρια ερωτήματα και να δέχονται στωικά τις ασυνάρτητες απαντήσεις ενός πρωθυπουργού που έμοιαζε πελαγωμένος και αδύναμος, που επιχειρηματολογούσε φάσκοντας και αντιφάσκοντας για το αναγκαίο και το δίκαιο των νέων μέτρων και που κάποια στιγμή έδωσε το λόγο στον ευφράδη και ευτραφή αντιπρόεδρο - "τσάρο" της οικονομίας μας Βαγγέλη... Κι αυτού του Βαγγέλη η φωνή μου φάνηκε να κουβαλάει μνήμες από το παρελθόν - όχι όμως από το ανέμελο παρελθόν. Είπε ότι τα μέτρα είναι σκληρά, η ιστορία όμως θα αποδείξει ότι είναι τα σωστά και όποιος είναι πατριώτης πρέπει να υπακούσει και να πληρώσει...

Τα μέτρα είναι όντως σκληρά - αν όχι δυσβάσταχτα - για εμάς τους πολλούς μικρούς και χάδι για την ολιγαρχία των εθνικών αναδόχων, οι οποίοι φοροδιαφεύγοντας και εισφοροδιαφεύγοντας έχουν συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια το δημόσιο και κοινοτικό χρήμα με την ευλογία και τη συνενοχή του δικομματικού πελατειακού συστήματος. Το οποίο τελευταίο συντηρείται βεβαίως από την παθητική ανοχή και την στενόμυαλη και ατομιστική έως αυτιστική νοοτροπία του νεοέλληνα που συνοψίζεται στο "εγώ να τρώω και να βολεύομαι (έστω και με ψίχουλα), και όλοι κι όλα τα άλλα να πάνε να γμθούν"...

Ευθύνη για την υπάρχουσα ελληνική κρίση έχουν όλοι οι Έλληνες, όμως τα μερίδια ευθύνης είναι διαφορετικά. Με τα φορολογικά μέτρα, τις εργασιακές ρυθμίσεις και τους ψηφισθέντες νόμους που προωθούν την εκχώρηση/εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αυτοί που έχουν μικρότερο μερίδιο ευθύνης καλούνται να σηκώσουν αναλογικά πολύ μεγαλύτερο βάρος. Αυτή η κατανομή των βαρών ήταν βέβαια πολιτικά αναμενόμενη (στο βαθμό που η πολιτική μας ηγεσία είναι εντολοδόχος της εγχώριας ολιγαρχίας των βορείων προαστίων και της αλλοδαπής των βορείων χωρών), όπως αναμενόμενη και προκλητική ήταν η νομοθετική της θέσπιση στο πλαίσιο του ελληνικού Δικαίου. Είναι όμως πέρα για πέρα ανήθικη και, ως γνωστόν, «όποιος παλεύει με το σπαθί, πεθαίνει με το σπαθί». Όσο το άδικο μεγαλώνει, τόσο η μέρα της πραγματικής κρίσης του συστήματος πλησιάζει. Είπε ο παλιάτσος στο ληστή...


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Ανοίγοντας την πόρτα


Η πόρτα χτυπάει. - Είμαι η θεία Δόξα. Είμαι ο Σάμπρυ*. Δεν ανοίγω, δεν απαντώ. Συνεχίζω το φαγητό και μια ανάλαφρη κουβέντα με τη σύντροφό μου. - Ο Στέφανος είμαι, ρε, είμαι εδώ μαζί με το Μίλτο, τη Δέσποινα και τον Βασίλη απ’ το γραφείο, την Ανθή, τη Βάσω και τη Λίτσα απ’ την Vie, την Αγγελική, τη Λένα, την Αλίκη και το Γιώργο απ’ το Έργο... Δεν ανοίγω σε κανένα. Βγάζω τα ρούχα της δουλειάς και κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση: ναι, κάποιοι θα θυσιαστούν, αλλά αν υπακούσουμε όλοι στα νέα μέτρα υπάρχουν ελπίδες να ξεπεραστεί  η κρίση, πέραν πάσης αμφιβολίας γίνονται οι καλύτεροι δυνατοί από τους εφικτούς χειρισμούς για τα θέματα της οικονομίας, της απασχόλησης, της ασφάλισης, της παιδείας, της υγείας, του μεταναστευτικού..., οι «καλοί» δεν πρόκειται να χαθούν ό,τι κι αν γίνει, κανείς εγκληματίας δεν ξεφεύγει από το NCIS ή από τον αστυνόμο Χαρίτο, κανένας ασθενής δεν υποκύπτει αν τον αναλάβει η ομάδα του Δρ. House… - Γιε μου, είσαι μέσα; Γιατί δεν ανοίγεις την πόρτα;

Το μπουκάλι αδειάζει, περνάω χωρίς χάσιμο χρόνου στο δεύτερο, στο ιντερνετικό... Νέα, αναλύσεις, άρθρα, γνώμες, αθλητικά, τραγούδια, σχόλια και φωτογραφίες από “fb-friends”, τσόντες…
- Καληνύχτα, αγάπη μου. Καληνύχτα. Τα μάτια μου κουράστηκαν, έχω γίνει λιώμα, πέφτω για ύπνο, είμαι στα μισά μιας γέφυρας και θέλω να περάσω απέναντι, ξαφνικά όλα αλλάζουν, όλα συνταράσσονται  μπροστά μου, πανικοβάλλομαι, γυρίζω το κεφάλι μου προς τα πίσω και λίγο πριν ακολουθήσουν τα βήματά μου βλέπω τα πρώτα μέτρα του τμήματος της γέφυρας που έχω διανύσει να καταποντίζονται στο κενό, όπου και ό,τι πάτησα γκρεμίζεται και κυνηγάει να με πάρει μαζί του, γυρίζω πάλι προς τα εμπρός, μια γμημένη πόρτα είναι πάλι εδώ και χτυπάει, θαρρείς με κάθε γδούπο της κλονίζεται το σύμπαν  - και όχι το αντίστροφο...

* Η θεία η Δόξα και ο Σάμπρυ - δυο άνθρωποι γεμάτοι ζωντάνια και λάμψη - έφυγαν φέτος, η πρώτη στα ενενήντα ένα της και ο δεύτερος στα είκοσι τέσσερα.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Έπος


Έκανα τον τρελό για να μην πάω.
Μα δεν έπεισα κανέναν τους.
Τη δόξα και τα πλούτη που μου έταζαν τα ήθελα, την οργή τους τη σκιαζόμουν.
Συναίνεσα λοιπόν.
Κι έπεισα τους συντρόφους μου.
Nα μ’ ακολουθήσουν.

Ο πόλεμος άρχισε με νίκες.
Μα γρήγορα ο αντίπαλος αποδείχτηκε εξίσου δυνατός και αποφασισμένος.
Οι μάχες έγιναν αμφίρροπες, το πεδίο τους μακελειό.
Ο νους θόλωνε.
Η καρδιά πέτρωνε.
Το φονικό μεγάλωνε.

«Μας έριξε στον πόλεμο η απληστία και ο φόβος.
Μα δεν πολεμάμε κάποιον εχθρό.
Πολεμάμε τον άνθρωπο, πολεμάμε τον εαυτό μας.
Μια ανοησία.
Μια παραφροσύνη.
Μια αγνωμοσύνη προς τη ζωή και τα δώρα της.»

Οι κουβέντες του ήταν σωστές.
Μα έπρεπε να συνεχίσουμε.
Ήταν ο ικανότερος και ο γενναιότερος, τα λόγια του είχαν απήχηση στο στράτευμα.
Τους είπα όμως να μην τον λογαριάζουν.
Πως έτσι μιλούσε επειδή τα χάλασε στη μοιρασιά με τον αρχιστράτηγο.
Και εκείνοι μ’ άκουσαν, συνέχισαν να πολεμούν και τον απομόνωσαν.

Θέλαμε να νικήσουμε τίμια.
Μα χωρίς δόλο δε θα νικούσαμε ποτέ.
Ήταν δικιά μου η πονηριά, μπήκαμε νύχτα και τους πιάσαμε στον ύπνο.
Βιάσαμε, σκοτώσαμε, κάψαμε και καταστρέψαμε.
Το πρωί τα αμπάρια ήταν γεμάτα λάφυρα.
Αποχαιρετηστήκαμε με τους άλλους συμμάχους και ανεβήκαμε στα πλοία.

Σαλπάραμε για την πατρίδα.
Μα πατρίδα μας είχε γίνει ο πόλεμος.
Όπου βλέπαμε στεριά την πατούσαμε, όπου βλέπαμε πόλη την κουρσεύαμε.
Δε μπορούσαμε να το συλλογιστούμε.
Είχαμε μεταμορφωθεί σε γουρούνια.
Είχαμε ξεχάσει για τα καλά τον προορισμό μας.

Ένα ξημέρωμα επιτεθήκαμε σ΄ άλλη μια πόλη.
Μα τα πράγματα ήρθαν αλλιώς.
Οι μισοί μου σύντροφοι χάθηκαν, οι υπόλοιποι ανεβήκαμε όπως-όπως σ΄ ένα καράβι να γλυτώσουμε.
Ταξιδεύαμε βουβοί για μέρες μέχρι που σώθηκαν τροφή και νερό.
Οι σειρήνες της κοιλιάς βοούσαν, οι παραισθήσεις μεγάλωναν.
Έδεσα τους άνδρες στο κατάρτι μη φαγωθούμε μεταξύ μας και έμεινα μόνος στο τιμόνι.


Μέχρι να πιάσουμε στεριά μείναμε οι μισοί.
Μα ο άνεμος μας γύρισε πάλι στην ίδια αφιλόξενη στεριά.
Πριν προλάβουμε να σβήσουμε την πείνα και τη δίψα μας, πιαστήκαμε αιχμάλωτοι.
«Ποιος είσαι, ξένε;», με ρώτησε ο βασιλιάς τους την πρώτη μέρα.
Του είπα κι εγώ το όνομα και την καταγωγή μου.
«Δεν είσαι αυτός, ξένε.», απάντησε, και έριξε δυο συντρόφους μου στα σκυλιά.

Ήμουν οργισμένος, ήμουν έξαλλος.
Μα εντελώς ανίσχυρος και κατατρομαγμένος.
«Ποιος είσαι, ξένε;», με ρωτούσε ο βασιλιάς κάθε μέρα.
Κι εγώ του έλεγα κλαίγοντας όνομα, καταγωγή, έργα και ημέρες.
Εκείνος γελώντας μου έλεγε «δεν είσαι αυτός, ξένε.».
Κι έριχνε δυο συντρόφους μου στα σκυλιά.

Γρήγορα ήρθε η μέρα που μου τους ξεπάστρεψε όλους.
Μα τότε δε με ένοιαξε πια καθόλου και εμένα να χαθώ.
«Ποιος είσαι, ξένε;», με ρώτησε και την επόμενη ο βασιλιάς.
«Είμαι ο κανένας, βασιλιά μου.
Εγκατέλειψα πατρίδα και οικογένεια, απάτησα τις αρχές μου, χαράμισα τους συντρόφους μου.
Δεν μου έμεινε τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα.»

Ο βασιλιάς δε γέλασε, μόνο με έφτυσε στα μάτια και μ’ άφησε ελεύθερο.
Μα δεν είχα που να πάω.
Σερνόμουν κουρελής, έρημος και εξουθενωμένος.
Νόμιζα πως πέθανα.
Πως συνάντησα όλους τους χαμένους μου συντρόφους και κλαίγαμε για τα κρίματά μας.
Πως βρήκα παρηγοριά στην αγκαλιά της μάνας μου…

Όταν με αντίκρισε, σκέφτηκε πως ήμουν πράγματι πεθαμένος.
Μα εγώ μόλις που κατάφερα να ψελλίσω «βοήθεια».
Η γυναίκα αυτή με φρόντισε με στοργή, έκανε ότι χρειαζόταν για να σταθώ πάλι στα πόδια μου.
Άρχισα κι εγώ να την προσέχω, να οργώνω το χωράφι της και να φροντίζω τα ζωντανά της.
Την αγάπησα με τον καιρό.
Κι εκείνη φαινόταν να μ’ αγαπάει από καιρό.

Περνάγαμε όμορφα μαζί, τίποτα δε μας έλειπε κι ας μην είχαμε πολλά.
Μα με το πέρασμα του χρόνου ξύπνησε μέσα μου ο νόστος για την πατρίδα.
«Ήταν ωραία η ζωή εκεί», δε μπορούσα να βγάλω αυτή τη σκέψη απ’ το μυαλό μου.
Τη μέρα ασχολιόμουν με τις δουλειές του σπιτιού.
Όμως κάθε που σουρούπωνε τα άφηνα όλα και πήγαινα στο ακρωτήρι να αγναντέψω το πέλαγο.
Κι ονειρευόμουν την Ιθάκη μου...


Ένιωθα διχασμένος, ήμουν δυστυχισμένος.
Μα με τη θλίψη μου αυτή πλήγωνα τη σύντροφό μου.
Κάποτε με ρώτησε γλυκά τι έχω και δε χαίρομαι τα δώρα της ζωής, αν φταίει εκείνη ή κάτι άλλο.
Της είπα ότι δεν έπαψα ποτέ να την αγαπώ, ότι ήθελα να συνεχίσω να ζω μαζί της.
Ότι όμως η σκέψη της επιστροφής στην πατρίδα και στον πρότερο βίο με είχε πια κυριεύσει.
Και ότι αυτή η σύγκρουση μέσα μου με ακινητοποιούσε.

Η καλή μου κοντοστάθηκε στην αρχή, έπειτα ξέσπασε σε γέλια.
Μα συναισθάνθηκε γρήγορα την ντροπή και τον θυμό μου και σταμάτησε.
«Μου ζήτησες να μη ρωτήσω ποτέ για το παρελθόν σου, να μη μιλήσω ποτέ και για το δικό μου.
Έλεγες πως το σημαντικό είναι να ζούμε μαζί ότι συμβαίνει εδώ και τώρα.
Κι εγώ καλέ μου,
Τις βουλές σου τις σεβάστηκα.
.

Καθόλου παράξενο και αστείο δεν είναι ο ξενιτεμένος να νοσταλγήσει την πατρίδα του.
Μα είναι στ' αλήθεια παράξενο να την πατάει και να μην νιώθει τίποτα!
Ο βασιλιάς είναι το σπλάχνο σου, η γυναίκα που άφησες πίσω είμαι εγώ...
Πριν φύγεις για τον πόλεμο είχες ματιά καθαρή, ήσουν εσύ.
Πώς επέτρεψες στους μνηστήρες της βούλησης να σου την αλλάξουν και να σε αλλοτριώσουν;
Είναι ωραία η θάλασσα που αγναντεύεις, μα η πατρίδα σου είναι εδώ κι είναι μια θάλασσα αταξίδευτη»


Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Λόγια


Το να μην καταφέρεις να πραγματοποιήσεις έναν στόχο που έθεσες είναι βέβαια μια αποτυχία. Μπορεί ο στόχος να υπερέβαινε τις δυνατότητές σου, μπορεί απλά να ήσουν άτυχος. Μπορεί να χρειαζόταν να προσπαθήσεις περισσότερο και να θυσιάσεις περισσότερα. Μπορεί και να μην πίστεψες αρκετά στον εαυτό σου. Μπορεί και ο στόχος σου να μην πήγαζε από κάτι που πραγματικά ποθούσες πολύ.

Σίγουρα η αποτυχία είναι βάρος. Δεν είναι μόνο η προσωπική σου ήττα, σε στεναχωρεί και η ευχαρίστηση που νιώθεις ότι προσφέρεις στους άλλους με την αδυναμία σου. Ιδίως αν διάλεξες να θέσεις περισσότερο στόχους που πόνταραν στην αναγνώριση της αξίας σου από τους άλλους, παρά στόχους που πρωτίστως θα γέμιζαν με γλύκα τη ζωή σου. Γιατί όμως να αφήνεις τους άλλους να αποφασίζουν για το τι θα κάνεις και πως θα ζεις τη ζωή σου; Γιατί αφήνεις τους άλλους να κρίνουν την αξία σου, αν είσαι καλός, αν είσαι "καλό παιδί"; Aφού το ξέρεις, ρε, αξίζεις! Κανέναν δεν έχεις ανάγκη να σου το πει!

Πάρε το χρόνο που ζητάς για να μαζέψεις τα κομμάτια σου και να ξανασηκωθείς. Μάθε από την εμπειρία σου. Αναστοχάσου ποιος είσαι, από που έρχεσαι και που πηγαίνεις. Σκέψου καλά για ποιον ζεις, τι θέλει η ζωή από εσένα και τι θες εσύ από τη ζωή. Και θέσε με θάρρος τους σωστούς για σένα στόχους. Στόχευε μόνο σε ό,τι θεωρείς πολύ σημαντικό - έτσι θα είσαι προετοιμασμένος να κάνεις θυσίες και να αγωνίζεσαι με πάθος. Μείνε συγκεντρωμένος στους στόχους σου, μην επιτρέπεις να αποσπάται η προσοχή σου από εύκολες απολαύσεις και λόγια γλυκά. Και μη φοβάσαι, ρε! Θα τα καταφέρεις! Το αξίζεις!

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Ζωντανός



Έφτασα ιδρωμένος στην προβλήτα. Το πλοίο στη γνώριμή του θέση, ο καταπέλτης όμως είχε ήδη κλείσει. Κι έμεινα εκεί να παρατηρώ πως βιράρουν οι άγκυρες και πως ξεκινά άλλο ένα ταξίδι. Και στεκόμουν στην ίδια θέση από όπου κάποτε κοιτούσα έναν κατάπλου… «Αυτή τη φορά επέλεξες το σωστό» μου έλεγαν, και μου εξέφραζαν εμπράκτως τη συμπαράστασή τους. Το πλοίο ερχόταν από την πατρίδα μου, μου έφερνε εφόδια για το δύσκολο χειμώνα. Μπήκα στο γκαράζ να τα παραλάβω – «εκεί», μου λέει ο λοστρόμος, και μου δείχνει μια βρώμικη γωνία. Εκεί ήταν τα πράγματά μου: δυο μεγάλες βαλίτσες με βιβλία, ρούχα, φαγητά και ένα γράμμα της μαμάς που ήταν και πάλι περήφανη για μένα. Δίπλα ακριβώς υπήρχε ένα φέρετρο. «Ό,τι σκοτώνεις είναι δικό σου για πάντα», λέει ο Γιάννης...

Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι, ντύθηκα ζεστά και βγήκα έξω να πάρω αέρα. Ήταν Μεγάλο Σάββατο και έξω είχε σουρουπώσει για τα καλά. Πήρα το δρόμο για το βουνό - όχι μόνο για να εκτονώσω την έντασή μου και να παρηγορηθώ από την ομορφιά των νυχτερινών εικόνων και ήχων της φύσης. Μετά από δυο χιλιόμετρα πορείας έφτασα στον Πανορμίτη, ένα παραδοσιακό ξωκλήσι χτισμένο σε μια από τις χαμηλές κορυφές του βουνού. Κάθισα στο πεζούλι να ξαποστάσω και να απολαύσω τη θέα. Ήρεμος καθώς ήμουν, παραδόθηκα στη σκοτεινή μαγεία του τοπίου. Ακούμπησα τα χέρια μου στο πολυκαιρισμένο και κρύο τσιμέντο πάνω στο οποίο καθόμουν και συγκέντρωσα την προσοχή μου διαδοχικά στις ευωδιαστές ανάσες της βλάστησης και στη γεύση της σκόνης που σήκωνε ο αέρας σφυρίζοντας και ξανασφυρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Άνοιξα τα μάτια μου. Ένα πέπλο σκοταδιού συνέχιζε να καλύπτει βουνά και πλάση, και το στερέωμα ήταν καλά κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα... Η κουκουβάγια που πετάχτηκε άγαρμπα από ένα δένδρο και πέταξε μακριά, έδωσε το σύνθημα της επιστροφής. Όταν πια κατέβηκα ως τους πρόποδες του βουνού, λίγο πριν προσεγγίσω τα πρώτα σπίτια του χωριού, έριξα μια γρήγορη ματιά στον ξεροπόταμο που μικρός συνήθιζα να παίζω με τις ώρες. "Μα κάτι φέγγει εκεί!", φοβήθηκα. Αλλά πλησίασα. Κι όσο πλησίαζα, συνειδητοποιούσα ότι δεν επρόκειτο ακριβώς για λάμψη αλλά μάλλον για φωσφόρισμα. Ήταν ένας σωρός από κόκαλα κάποιου μεγάλου ζώου, αγελάδας ή ίσως γαϊδάρου. Παρατήρησα για λίγες στιγμές το κεφάλι, που διέφερε μεν καταφανώς από το αντίστοιχο ανθρώπινο. Δεν θυμάμαι πόσος χρόνος πέρασε μέχρι να ακούσω το μακρινό ήχο από τις καμπάνες της εκκλησίας - σινιάλο ότι σε λίγο θα  ξεκινούσε η αναστάσιμη ακολουθία. Ένιωσα μια περίεργη ανακούφιση. «Θα με ψάχνουν οι δικοί μου», σκέφτηκα, και γύρισα σπίτι.