Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Μια βόλτα στον κήπο


Κοντά στην κεντρική είσοδο του εθνικού κήπου, κι ενώ τα τιτιβίσματα των πουλιών ακούγονται ακόμη μπερδεμένα με τη βουή της πόλης, συναντώ μπροστά μου μια μεγάλη πρασινωπή χελώνα που διασχίζει κάθετα το μονοπάτι. Το αμφίβιο ερπετό σταματάει τον βηματισμό του και με κοιτάζει διερευνητικά∙ τελικά, διαισθανόμενο ότι δεν κινδυνεύει, συνεχίζει σταθερά στην πορεία του.
Συνεχίζω κι εγώ, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χαζεύοντας την τεχνητή λιμνούλα με το νησάκι και το ξύλινο γεφυράκι που συνδέει δυο όχθες της, τις πάπιες και τις χήνες που ζητάνε τροφή από τους περαστικούς, τα συρματένια κλουβιά των ζώων του κήπου, μια παρέα εύθυμων μεσήλικων μεταναστριών, ένα ζευγάρι ερωτευμένων σε τρυφερές στιγμές, έναν ομοφυλόφιλο που μου κλείνει συνθηματικά το ένα του μάτι, το κορίτσι που καθισμένο πλάι στη λίμνη γράφει (με εμφανή την ένταση στο πρόσωπό της) κάτι στο τετράδιο που κρατά, τους γονείς με το παιδάκι τους στο καροτσάκι και τις γιαγιάδες και τους παππούδες με τα εγγονάκια τους…
Η προσοχή μου σταδιακά εστιάζεται στη βλάστηση. Στα δένδρα τα ψηλά και στους κορμούς τους, και, κυρίως, στα φύλλα τους. Πράσινα όσο βρίσκονται πάνω στα κλαδιά, καφεκόκκινα αφού ακουμπήσουν στο χώμα, μέχρι να μετασχηματισθούν και εκείνα σε χώμα. «Αυτή είναι η φυσική κατάληξη», σκέφτομαι, και αναρριγώ από το φθινοπωρινό απογευματινό αεράκι, που περιστρέφει περίτεχνα ό,τι αιωρείται. Σε λίγο θα αρχίσει να νυχτώνει. Ακόμη δε βλέπω τίποτα.