Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Ζητούμενο λοιπόν είναι η τόλμη και το θάρρος

...Για να αποφασίσει κανείς "πού θέλει να πάει" και για να στηρίξει, στη συνέχεια, τις επιλογές του.

Επιλογή σημαίνει θυσία. Θυσία δημιουργικότητας, αισθήματος ολοκλήρωσης και, πιθανόν, αισθήματος αυτοσεβασμού, αν μιλάμε για εύκολη επιλογή... Αν όχι, τότε απαιτείται θυσία βολέματος. Δηλαδή ρήξεις με δεσμά του παρελθόντος και έντονα συναισθήματα φόβου, αγωνίας, μοναξιάς, και αμφισβήτησης...

Γράφει ο Irvin Yalom στον πρόλογο του μυθιστορήματός του «Ο Δήμιος του Έρωτα» (εκδ. ΑΓΡΑ, 2003) ότι “η θεμελιώδης αγωνία του ανθρώπου ξεπηδά απ’ τις απόπειρές του, συνειδητές ή ασυνείδητες, να χειριστεί τα σκληρά γεγονότα της ζωής, τα δεδομένα της ύπαρξης”, καθώς και ότι “είναι δυνατόν ν’ αντιμετωπίσουμε τις αλήθειες της ύπαρξης και να χαλιναγωγήσουμε την ισχύ τους προς όφελος της προσωπικής μας αλλαγής και ωρίμανσης”. Από τα «δεδομένα της ύπαρξης» ξεχωρίζει τα εξής τέσσερα:

1. Το αναπόφευκτο του θανάτου για μας και γι αυτούς που αγαπάμε.

2. Η ελευθερία να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε.

3. Η έσχατη μοναχικότητά μας.

4. Η απουσία οποιασδήποτε προφανούς σημασίας ή νοήματος στη ζωή.

Το πρώτο από τα τέσσερα «δεδομένα της ύπαρξης» μας δημιουργεί ένα βαθύ άγχος, γιατί σημαίνει ότι η επιθυμία μας να συντηρηθούμε στην ίδια μας την ύπαρξη (να μην πεθάνουμε ποτέ) είναι καταδικασμένη. Η αντίδρασή μας στην πραγματικότητα του θανάτου είναι είτε να τον αποφεύγουμε (έχοντας π.χ. μετατρέψει στο νου μας το θάνατο σε τέρας), είτε να τον αρνιόμαστε (πιστεύοντας σε κάποια προσωπική μας ιδιαιτερότητα που μας κάνει άτρωτους, ή πιστεύοντας σε έναν υπέρτατο σωτήρα που θα μας επαναφέρει…). Για τον Γιάλομ, το άγχος θανάτου είναι ο πατέρας όλων φόβων…

Σχετικά με το δεύτερο, κατά τον Yalom ελευθερία σημαίνει ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος για τις επιλογές, για τις πράξεις του και για την κατάσταση της ζωής του. Επειδή συχνά οι αποφάσεις είναι δύσκολες (γιατί οι επιλογές αποκλείουν - εμπεριέχουν την παραίτηση από κάτι), η ευθύνη της ελευθερίας μάς δημιουργεί αγωνία, η οποία αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο τη δύναμή μας να παίρνουμε αποφάσεις. Η ανάληψη της ευθύνης για τις επιλογές της ζωής μας δεν αρκεί για την αλλαγή της στάσης μας. Για να επιτευχθεί η αλλαγή χρειάζεται μια πράξη βούλησης/επιθυμίας…

Όσον αφορά στην υπαρξιακή μας απομόνωση, αυτή αναφέρεται στο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον εαυτό μας και στους άλλους, ένα χάσμα που υπάρχει ακόμη κι αν διαθέτουμε βαθιά ικανοποιητικές διαπροσωπικές σχέσεις. Μια συχνή και σθεναρή απόπειρα να λυθεί η υπαρξιακή απομόνωση είναι η υποχώρηση των ορίων του ατόμου, το χάσιμο μέσα στον άλλον…

Τέλος, είμαστε πλάσματα που αναζητούν ένα νόημα. Το νόημα παρέχει μια αίσθηση ελέγχου των τυχαίων, ασύνδετων συμβάντων που μας κάνουν να νιώθουμε αβοήθητοι ή μπερδεμένοι (γιατί μας επιτρέπει να τα βάζουμε σε τάξη). Επίσης, το νόημα γεννάει αξίες, και οι αξίες έναν κώδικα συμπεριφοράς. Όσο πιο συγκεκριμένα επιδιώκουμε νόημα και βεβαιότητα μέσα σε ένα σύμπαν που δεν διαθέτει κανένα από τα δύο, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να το ανακαλύψουμε…

Αυτά για την ώρα...

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Το αετόπουλο στο κοτέτσι



Καταρχάς, εύχομαι καλή χρονιά, με υγεία, χαρά και δημιουργικότητα, σε όλους τους φίλους του blog!

Είμαι εδώ και μια βδομάδα μακριά από την πόλη - προτίμησα η αλλαγή του χρόνου να με βρει κοντά στις ρίζες μου. Αυτές τις μέρες, λοιπόν, διάβασα το μυθιστόρημα "Όλα σου τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη", του συγγραφέα και καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτρη Μπουραντά (Εκδόσεις Παττάκη). Πρόκειται για ένα βιβλίο που καταπιάνεται με ζητήματα προσδιορισμού ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, και που μου φάνηκε ενδιαφέρον, παρά το διδακτικό του ύφος (που προσωπικά με κούρασε σε κάποια σημεία). Παρακάτω θα σας παραθέσω μια ιστοριούλα που βρήκα στις σελίδες 85- 86 του εν λόγω βιβλίου, η οποία με συγκίνησε και η οποία συνδέεται με την ιστορία του αλυσοδεμένου ελέφαντα (της προηγούμενης ανάρτησης).

#Μια άνοιξη ένας αγρότης διασκέδαζε καθημερινά μ' ένα ζευγάρι αετών που τους έβλεπε να πετούν, ν' ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κοντά στο κτήμα του. Όταν μετά από μερικές μέρες τους έχασε, πήγε στον τόπο όπου είχε εντοπίσει ότι κατέβαιναν, για να δει τι υπήρχε εκεί. Βρήκε μια εγκαταλειμμένη φωλιά μ' ένα αυγό μέσα. Πήρε το αυγό, το πήγε στο κοτέτσι και το έβαλε μαζί με τα αυγά μιας κότας, με την ελπίδα να το κλωσήσει εκείνη, να γεννηθεί το αετόπουλο, να μεγαλώσει και να πετάξει.




Σε δυο βδομάδες το αυγό άνοιξε και ένα υγιέστατο αετόπουλο γεννήθηκε. Ζώντας ανάμεσα στα κοτόπουλα, άρχισε σιγά - σιγά να μαθαίνει και να συνηθίζει τους τρόπους τους και να θρέφεται με το καλαμπόκι που ο αγρότης τα τάιζε. Ξαφνικά ένα ηλιόλουστο πρωινό βλέπει από πάνω του πουλιά να πετάνε. "Τι θαυμάσιο που είναι να πετάς έτσι! Θα ήθελα πολύ να μπορέσω να πετάξω κι εγώ" σκέφτηκε. Μόλις είπε την ιδέα του στα κοτόπουλα, εκείνα γέλασαν και απάντησαν: "Τι ηλίθια ιδέα! Εσύ είσαι κοτόπουλο. Τα κοτόπουλα δεν πετούν. Ποτέ δε θα μπορέσεις να πετάξεις, ό,τι κι αν κάνεις". Η μητέρα του φοβισμένη του είπε: "Αν προσπαθήσεις να πετάξεις, θα πέσεις πάνω στα σύρματα του κοτετσιού και θα σπάσεις τα φτερά σου". Ο κόκορας πατέρας του συμπλήρωσε με το λογικό επιχείρημα: "Ακόμη κι αν πετάξεις, θα είναι πολύ δύσκολο να βρεις τροφή, θα πεινάσεις και θα πεθάνεις". Όλα τα κοτόπουλα συμφώνησαν ότι το μικρό αετόπουλο δεν έπρεπε να πετάξει.




"Είναι ονειρεμένα να πετάς ψηλά όπως τα πουλιά" έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό του. "Επιθυμώ τόσο πολύ να το καταφέρω". Κοίταζε και ξανακοίταζε τα πουλιά που πετούσαν στον αέρα και άρχισε να μελαγχολεί. Αλλά ποτέ δεν προσπάθησε. Πίστεψε τα κοτόπουλα. Όσο οι μέρες περνούσαν, το αετόπουλο όλο και λιγότερο σκεφτόταν και μίλαγε για το πέταγμα. Δεν μπορούσε όμως να βγάλει από την καρδιά του τη μεγάλη του επιθυμία να πετάξει. Η θλίψη και ο καημός του άρχισαν σιγά - σιγά να κατασπαράζουν το σώμα του. Η τροφή και η επιθυμία για ζωή έχασαν κάθε νόημα για εκείνο. Πέρναγε όλο και περισσότερες ώρες μόνο του, συχνά μέσα στο πέτρινο κοτέτσι. Κάποια μέρα ο αγρότης παρατήρησε ότι έλειπε από την αυλή του κοτετσιού. Πίστεψε ότι το αετόπουλο μεγάλωσε και πέταξε, αλλά πήγε να το επαληθεύσει. Το κοτέτσι ήταν σκοτεινό, αλλά όταν άναψε το φως, σε μια γωνία είδε ένα σωρό από μαύρα φτερά. Τα σήκωσε και ήταν το αετόπουλο. Είχε πεθάνει από τη θλίψη του.#