Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Ταξιδεύοντας (β)

Μες το πλοίο της άγονης γραμμής ο καπετάνιος στέκεται άυπνος στη γέφυρα, για ένα ακόμη μεταμεσονύκτιο ρεμέντζο. Φοράει τη λευκή του στολή, είναι αξύριστος, τα μάτια του είναι κόκκινα από τον λίγο ύπνο. Είναι σε εγρήγορση, έχει τον νου στον σορόκο, μην του ρίξει το βαπόρι στον κυματοθραύστη. Βιράρει τις άγκυρες, βάζει μπρος το πλωραίο προπελάκι για τη μανούβρα και φωνάζει "πρόσω ανάποδα" στον μηχανικό. Ο ναύτης κρατάει το τιμόνι στις ενενήντα μοίρες. Ο υποπλοίαρχος απ' την πρύμνη μετράει αντίστροφα: τριάντα, είκοσι, δέκα, πέντε, δύο. "Κράτει", φωνάζει πάλι ο καπετάνιος στον μηχανικό. Ο καταπέλτης πέφτει.

Στο λιμάνι του νησιού της άγονης γραμμής λίγος κόσμος μπαινοβγαίνει στο βαπόρι - άλλοι μες στα αυτοκίνητά τους, άλλοι πεζοί. Ένας παππούς έχει μείνει ξύπνιος για να υποδεχτεί την κόρη του με την οικογένειά της - τα εγγόνια του ξεχνούν τη νύστα τους και, γεμάτα χαρά, τρέχουν στην ανοιχτή αγκαλιά του. Χαμογελά πιο δίπλα και ένα ζευγάρι νέων, οι οποίοι με το που αποβιβάστηκαν, φορτωμένοι στους ώμους με τα παραγεμισμένα σακίδιά τους, στάθηκαν μπροστά στο γκαράζ και φιλήθηκαν με πάθος τόσο που έκανε τους γύρω τους να διστάσουν να κορνάρουν ή να βλαστημήσουν που έτσι όπως στεκόντουσαν εμπόδιζαν την φορτοεκφόρτωση του πλοίου. Όταν όσοι μπήκαν, μπήκαν και όσοι βγήκαν, βγήκαν, οι δυο λιμενικοί και ο λοστρόμος αποχαιρετίσθηκαν βιαστικά, ο καβοδέτης έλυσε τους κάβους και το πλοίο αναχώρησε.

Στο κατάστρωμα του πλοίου, που μόλις έφυγε από ένα ακόμη λιμάνι νησιού της άγονης γραμμής, ένας ταξιδιώτης στέκεται, παρατηρεί και αναρωτιέται σε πόση ώρα περίπου ξημερώνει.