Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ταξιδεύοντας (δ)

Η Ρίτσα και η φίλη της κάθισαν εκεί που ήθελαν: κάπου στη δεξιά μεριά του σαλονιού, δίπλα σε ένα παράθυρο με θέα τη θάλασσα και, για λίγες ακόμη στιγμές, το νησί. Μόλις πέντε - έξι μέτρα μακριά τους, ένα λευκό τραπέζι της καφετέριας του λιμανιού ήταν άδειο και καθαρό σαν καμβάς. Ήταν λες και ποτέ δεν κάθισαν στις μπαμπού καρέκλες του, λες και πάνω του ποτέ δεν ακούμπησαν τα χέρια τους, λες και καμιάς τους τα δάκρυα δεν έβρεξαν το τραπέζι αυτό ποτέ. Το πλοίο ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν ανάλαφρα και ευδιάθετα. Και το τραπέζι γρήγορα έγινε μια λευκή κουκκίδα στο ορίζοντα, μια ανάμνηση θολή.

«Ριτσάκι μου, θες ένα φρούτο;», ρώτησε η Αναστασία έχοντας ήδη πιάσει για τον εαυτό της ένα αχλάδι από την τσάντα της. «Έχω άλλο ένα, αλλά από ό,τι βλέπω είναι λίγο χαραγμένο - ελπίζω να μη το σιχαίνεσαι», συνέχισε. Παίρνοντας με χαρά η Ρίτσα το φρούτο που της πρόσφερε η φίλη της, παρατήρησε ότι η χαρακιά έμοιαζε πιο πολύ με κάποιο γράμμα του αλφαβήτου - μάλλον στο "Ε" - παρά με κάτι τυχαίο. «Αυτό δύσκολα να έγινε μόνο του, μάλλον κάποιος το χάραξε εκεί, κοίτα εδώ…», είπε η Ρίτσα. Ύστερα ρώτησε γεμάτη ενθουσιασμό την φίλη της «Αναστασία, την ιστορία της γιαγιάς μου στην έχω πει;». «Την ιστορία της γιαγιάς σου; Δε νομίζω. Για πες!», απάντησε η φίλη της.

«Η γιαγιά μου η Ελευθερία, η μάνα της μάνας μου – από εκεί πήρα και το όνομά μου – γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό τη Νισύρου, στις αρχές του εικοστού αιώνα, το 1908. Τα Δωδεκάνησα τότε ήταν μια ακόμη ελληνόφωνη και χριστιανοορθόδοξη επαρχία του Οθωμανικού κράτους και παρέμειναν έτσι μέχρι το 1912, οπότε και «απελευθερώθηκαν» από τους Ιταλούς. Τα χρόνια της Ιταλικής κατοχής ήταν σκληρά, ο περισσότερος κόσμος με το ζόρι τα έβγαζε πέρα. Τα κύματα μετανάστευσης προς Αμερική, Ρωσία και Αυστραλία είχαν ήδη ξεκινήσει. Η γιαγιά μου από μικρή βοηθούσε τους αγρότες γονείς της με τα χωράφια και με τα οικόσιτα ζώα. Παρόλο που ο δάσκαλος έλεγε ότι “τα έπαιρνε τα γράμματα”, οι γονείς της την απομάκρυναν από το σχολείο στο τέλος της τρίτης δημοτικού. “Έχουμε μεγάλες ανάγκες στα χωράφια”, είχαν πει στον δάσκαλο. Κατά βάθος όμως, τους κακοφαινόταν που στο σχολείο έβαζαν την κόρη τους να μαθαίνει Ιταλικά. Έτσι, λοιπόν, από πολύ μικρή η γιαγιά μου ήταν όλη μέρα στα χωράφια και στα ζώα, βοηθώντας μαζί με τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια της τους γονείς τους στη δουλειά. Μόνο το πρωί της Κυριακής δεν δούλευαν: έβαζαν τα καθαρά τους ρούχα και πήγαιναν και οι έξι τους στην εκκλησία “να ακούσουν το Ευαγγέλιο”, όπως μου έλεγε με περηφάνια.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παντελής, ο μεγάλος της αδελφός, πήγε στην Αμερική – κανείς ποτέ δεν έμαθε έκτοτε νέα του – και ο Αντωνάκης μπάρκαρε. Οι άλλοι δυο, ο Θοδωρής και ο Στεφανής, της έλεγαν να ανοίξει τα μάτια της να βρει έναν νοικοκύρη να παντρευτεί, επιτέλους να πάρουν σειρά και εκείνοι (έτσι ήταν τότε, τα αγόρια δεν παντρεύονταν μέχρι να παντρέψουν όλες τους τις αδελφές τους, έχοντας βεβαίως εξασφαλίσει για αυτές την κατάλληλη προίκα). Από τα δεκαπέντε της άρχισαν τα προξενιά: το πρώτο ήταν για ένα σαραντάχρονο ζωντοχήρο τσοπάνη, το δεύτερο για τον ανεψιό του γραμματικού του χωριού. Κλάμα η γιαγιά μου, κανέναν τους δεν ήθελε να πάρει. “Έτσι όπως πας θα μείνεις στο ράφι, αφορεσμένη. Αυτόν θα πάρεις, τελεία και παύλα”, της έλεγε ο πατέρας της θυμωμένος, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι. “Αν τον πάρω, θα φαρμακωθώ και θα 'χεις το κρίμα στο λαιμό σου” ψιθύριζε στην κυρά Πολυξένη, τη μάνα της, όταν έμεναν οι δυο τους. Και το προξενιό χαλούσε, μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο.»

«Μπράβο πείσμα η γιαγιά σου, Ριτσάκι μου», είπε η Αναστασία. «Έχεις καλά γονίδια!», συμπλήρωσε. «Που να ακούσεις και τη συνέχεια της ιστορίας», απάντησε η Ρίτσα, μασώντας ταυτόχρονα μια μπουκιά από το φρούτο που της πρόσφερε η φίλη της... «Τη γιαγιά μου γρήγορα άρχισε να τη βαραίνει η σκέψη πως οι δικοί της δεν την αγαπούσαν το ίδιο όπως παλιά, αισθανόταν βάρος, αισθανόταν μοναξιά. Στεναχωριόταν και ένιωθε ενοχές, χωρίς όμως να καταλαβαίνει τι φταίξιμό είχε που δεν ήθελε να παντρευτεί κάποιον που δεν της άρεσε... Μια μέρα που είχε τελειώσει πιο αργά από ό,τι συνήθως τις πρωινές δουλειές της με τα ζώα και με το χωράφι, αντί να γυρίσει στο χωριό αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι το απόγευμα, οπότε και θα μάντρωνε τις χορτάτες από βοσκή και ήλιο αγελάδες και θα ανηφόριζε προς το σπίτι της αγκαλιά με το καλάθι με τα αχλάδια και τα δαμάσκηνα που ήδη είχε μαζέψει. Οι δικοί της δεν θα ανησυχούσαν, ήταν κοινή πρακτική όλων των χωριανών να ξεμένουν στα χωράφια μέχρι το απόγευμα όποτε χρειαζόταν.

Κάτω από τον ίσκιο της αμυγδαλιάς την πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει. Ξύπνησε μετά από ώρα όταν άκουσε φτερουγίσματα, πρόλαβε μάλιστα να δει μια πέρδικα να πετάει προς τα κλαδιά μιας συκιάς. Αφού σιγουρεύτηκε ότι οι αγελάδες της συνέχισαν να βοσκούν εκεί που τις άφησε χωρίς να έχουν σκορπίσει, κάθισε πάλι κάτω από το δένδρο και έπιασε να φάει ένα αχλάδι. Κοιτώντας το όμως από κοντά, μια έμπνευση της στιγμής την έκανε να αλλάξει γνώμη. Με ένα μικρό κλαράκι που βρήκε δίπλα της σχεδίασε προσεχτικά πάνω στο φρούτο ένα πουλί και έγραψε πάνω του το όνομά της, την ηλικία της και το όνομα του χωριού της... Μου έλεγε η γιαγιά μου πως ήθελε να φύγει από το κλουβί που ένιωθε ότι ήταν κλεισμένη και ότι την ώρα που ετοιμαζόταν να πετάξει στον αέρα ψηλά και μακριά το φρούτο με το σχέδιό της αντίκρισε την ίδια πέρδικα που πριν είχε δει να κρύβεται μες στη συκιά να ξεπροβάλει μαζί με επτά περδικόπουλα. Της ευφράνθηκε η ψυχή τής γιαγιάς μου, “γεια σου περδικούλα μου, της είπε”. Ύστερα σηκώθηκε, φρόντισε τα ζώα και φορτωμένη με το καλάθι αναχώρησε προς το χωριό.

Τα φρούτα που μάζεψε εκείνη τη μέρα, την προηγούμενη και την επόμενη, ο πατέρας της τα πούλησε στον έμπορα της χώρας που είχε έρθει για δουλειές Σαββάτο πρωί στο χωριό... Μετά από μια βδομάδα, επισκέφθηκε το νησί ο δεσπότης από τη Ρόδο για να χειροτονήσει τον καινούριο ιερέα του χωριού. Ήταν μεγάλο το γεγονός για το νησί, ανήμερα η εκκλησία ήταν γεμάτη από τους τοπικούς άρχοντες και τους χωριανούς των γύρω χωριών, που σύμφωνα με τη γιαγιά μου “ήταν όλοι ντυμένοι με τα καλά των σαν να ήταν η Λαμπρή”. Όταν η λειτουργία τελείωσε και ο καινούριος παπάς χειροτονήθηκε, ακολούθησε τραπέζι στην πλατεία. Κάποιος νεαρός διάκος από τη συνοδεία του δεσπότη ζήτησε από τον παπά να του φωνάξουν την Ελευθερία την Αντρειώτη, που την ήθελε για κάποιο θέλημα. Μόλις πλησίασε η γιαγιά μου και είδε να το νεαρό διάκο να την κοιτάει, κοκκίνισε ολόκληρη και κατέβασε χαμηλά το βλέμμα της. Ο νέος κληρικός είπε πως άκουσε να λεν ότι στα χωράφια του πατέρα της τάχα γίνονταν τα καλύτερα αχλάδια του νησιού και πως αν ήταν έτσι, θα ήταν όμορφο να φέρει στο τραπέζι του δεσπότη μερικά. “Εκτός και αν όλα όσα έχετε μαζέψει έκαναν φτερά και πέταξαν”, συμπλήρωσε, ρίχνοντάς της μια ματιά όλο νόημα...»

«Μη μου πεις!», αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αναστασία. «Ναι, Αναστασούλι μου!», απάντησε η Ρίτσα πάλι μπουκωμένη. «Να μην στα πολυλογώ, η γιαγιά μου τα έχασε, δε μπορούσε να μιλήσει, δε μπορούσε να κουνηθεί. Την αμηχανία την έλυσε η τετραπέρατη κυρά Πολυξένη, που διακριτικά είχε συνοδέψει την κόρη της ως το τραπέζι του δεσπότη και μυρίστηκε ευκαιρία: “Άντε κόρη μου παινεμένη να φέρεις τα αχλάδια και τα δαμάσκηνά μας, να τα χαρεί ο δεσπότης μας να τα χαρεί κι η συνοδεία του. Αχ και να μη με πονούσε τόσο η μέση μου και να μπορούσα να σε βοηθούσα να τα φέρουμε μαζί να μη μου κουραστείς Παναγιά μαζί σου...”. Η γιαγιά μου γύρισε προς τη μάνα της έκπληκτη, έτοιμη να τη ρωτήσει για το πρόβλημα που πρώτη φορά την άκουσε να λέει πως είχε στη μέση της, όταν ο νεαρός διάκος προσφέρθηκε να τη βοηθήσει εκείνος με το κουβάλημα. “Να έχεις την ευχή του Θεού, γιε μου” είπε η κυρά Πολυξένη πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της η κόρη της.

Τον νεαρό διάκο τον λέγανε Νικόλα. Πηγαίνοντας με τη γιαγιά μου να φέρουν τα φρούτα στην πλατεία του χωριού, της είπε ότι μέσα στα πράγματα που είχε αγοράσει από έναν Εβραίο μπακάλη στη Ρόδο ήταν τυχαία και το αχλάδι με το χαραγμένο αερικό και ότι τα πουλιά τα λάτρευε γιατί συμβόλιζαν πάνω από όλα την ελευθερία. Ότι παρατηρώντας καλύτερα το σχέδιο είδε τα στοιχεία κάποιας δεκαοκτάχρονης από ένα χωριό της Νισύρου και ότι του φάνηκε σημάδι από το Μεγαλοδύναμο γιατί το χωριό αυτό θα το επισκεπτόταν σύντομα συνοδεύοντας τον δεσπότη σε μια χειροτονία. Η γιαγιά μου άκουγε κατακόκκινη χωρίς να μιλά, μέχρι που έφτασαν στο σπίτι των γονιών της. Μόλις μπήκαν μέσα ο Νικόλας έκλεισε απαλά την πόρτα, της έπιασε τον καρπό και της είπε γλυκά “Καιρό πολύ προσευχόμουν πριν έρθει η μέρα της δικής μου χειροτονίας να γνωρίσω μια κοπέλα που να αγαπήσω και να παντρευτώ. Προξενιά είχα, αλλά δεν ήθελα έτσι. Είδα το σημάδι, είδα εσένα, τώρα ξέρω. Εσένα θέλω, Ελευθερία! Αν μόνο με θες και εσύ θα σε ζητήσω από τον πατέρα σου. Αν όχι, δεν θα παντρευτώ καμία και θα γίνω μοναχός.”, της είπε και έκλεισε τα λόγια του με λίγη ταραχή.

Η γιαγιά μου γρήγορα βρήκε το χρώμα και το θάρρος της. Του ζήτησε να την βοηθήσει να βάλουν τα φρούτα σε μια τσάντα. Όταν τελείωσαν, ο Νικόλας πήρε την τσάντα και πήγε βιαστικά να ανοίξει την πόρτα. Η γιαγιά μου του έπιασε τρυφερά το χέρι που κατευθυνόταν προς το πόμολο και - χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια - το φίλησε. Πήγαν πίσω στην πλατεία σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Το πρωί της άλλης μέρας ο παππούς μου ο παπά-Νικόλας ζήτησε την Ελευθερία από τον πατέρα της!». «Απίστευτο! Απίστευτο, Ριτσάκι μου! Πολύ όμορφη ιστορία, σε ευχαριστώ που μου τη μοιράστηκες μαζί μου!», είπε η Αναστασία. «Χαίρομαι που σου άρεσε», απάντησε η Ρίτσα. Το καταμαράν είχε ήδη μπει στο λιμάνι του Πειραιά και οι δυο φίλες μάζεψαν τα πράγματά τους και σηκώθηκαν για την αποβίβαση. Μπροστά τους στεκόταν ένας νεαρός κουστουμαρισμένος που κατά την επιβίβαση στον Πόρο είχαν την εντύπωση ότι τους χαμογέλασε...