Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Ταξιδεύοντας (ζ)

Ξημέρωμα στη λεωφόρο. Ο Ανδρέας οδηγάει μόνος. Κρατάει το τιμόνι με το δεξί του χέρι, το αριστερό το έχει αφήσει έξω από το παράθυρο και το ανεβοκατεβάζει ο αέρας. Ένα φανάρι κοκκινίζει στα εκατό μέτρα. "Κανόνας: όταν βλέπουμε κόκκινο, σταματάμε". Ο Ανδρέας φρενάρει. "Κανόνας: όταν αναλαμβάνουμε μια ευθύνη τη διεκπεραιώνουμε και δεν τα παρατάμε". Δυο κόκκινα μάτια από την αϋπνία και τις πολλές ώρες δουλειάς τον κοιτάζουν από τον κεντρικό καθρέφτη.

Στο δρόμο δεν κυκλοφορεί κανείς. Το φανάρι πρασινίζει μετά από έναν αιώνα, μα ο Ανδρέας δεν αφήνει το πόδι του από το φρένο. Ανησυχεί προς στιγμή μην έρθει κανείς με φόρα και τον τρακάρει, όμως μόνο φαντάσματα κυκλοφορούν αυτή την ώρα. Σκέφτεται θυμωμένος πως διάολο συνεχίζει να κάνει μια δουλειά που δεν του δίνει χαρά, που τον γεμίζει άγχος και κούραση, που φθείρει τόσο εκείνον όσο και όλα εκείνα που αγαπά.

Κόκκινο πάλι και ξανά πράσινο. Βάζει πρώτη, τα πόδια του ισορροπούν σε γκάζι και συμπλέκτη, το αμάξι είναι έτοιμο να ξεκινήσει. Μα τι τον κρατάει πια, γιατί δεν φεύγει, γιατί δεν προχωράει μπροστά; Τρέχει αλμύρα στο πρόσωπό του που, έτσι χλωμό που ήταν, έμοιαζε με φτηνή μάσκα. Μια παιχνιδιάρα νυχτοπεταλούδα μπαίνει από το παράθυρο και κάθεται πάνω στον καθρέφτη. Κοιτάχτηκαν για λίγο. "Είσαι ελεύθερη και ωραία, βρε", της λέει. "Είναι που μεταμορφώθηκα πρόσφατα, βρε", του απαντάει κι εκείνη πριν βγει όπως μπήκε απ' το αμάξι. Επιτέλους, το αμάξι του Ανδρέα ξεκόλλησε από το φανάρι...

Φτάνει σπίτι γύρω στις έξι, ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει. Παρκάρει γρήγορα, παίρνει το σακάκι και τον χαρτοφύλακά του, κλειδώνει το αμάξι και μπαίνει μες στο διαμέρισμα όσο πιο αθόρυβα μπορεί. Ανυπομονεί να ξαπλώσει δίπλα στη Ρίτσα του, να νοιώσει τη ζεστή αύρα της αγαπημένης του, να την αγκαλιάσει τρυφερά και να κοιμηθεί ήρεμος μαζί της για μια - δυο ώρες, για να ξυπνήσει και να είναι γύρω στις εννιά και πάλι στο πόστο του στο γραφείο. Δεν ανάβει κανένα φως για να μην την ενοχλήσει. Μόνο που δεν ήταν κανείς εκεί για να ενοχλήσει. "Ριτσάκι μου;", φώναξε ανήσυχος ο Ανδρέας.

Ανάβει αμέσως τα φώτα της κρεβατοκάμαρας. Πάνω στο κομοδίνο της συντρόφου του βλέπει πολλά κομμάτια από σχισμένο χαρτί και λίγο πιο μπροστά τους ένα χάρτινο καραβάκι. Πλησιάζει. Το γράμμα που γεμάτος μεταμέλεια της είχε γράψει πριν λίγο καιρό για να της ζητήσει συγγνώμη που για τη δουλειά του παραμελούσε τόσο εκείνην όσο και τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς και για να της υποσχεθεί ότι η κατάσταση αυτή σύντομα θα άλλαζε γιατί προτεραιότητά του ήταν η σχέση τους, είχε γίνει δεκαέξι μικρά κομματάκια που έμοιαζαν με κύματα αφρισμένης θάλασσας. Κάποιο λευκό χαρτί είχε μετατραπεί σε καράβι που προσπαθούσε να βγει από τη φουρτούνα.

Ο Ανδρέας είναι φανερά ταραγμένος, κάθεται στο κρεβάτι στο πλευρό της Ρίτσας - που ποιος ξέρει που βρίσκεται. Χαϊδεύει με τα χέρια του τα κύματα του κομοδίνου, περιεργάζεται με το βλέμμα του το χάρτινο καράβι και προσπαθεί να καταλάβει τι έχει συμβεί. Στην πλώρη, από τη μια μεριά ήταν γραμμένο το όνομα "Πηνελόπη", μόνο που ένα φαρδύ "Χ" από πάνω του έμοιαζε να το διαγράφει και να το ακυρώνει. Στην άλλη μεριά ήταν γραμμένο το όνομα "Ελευθερία". Βυθίζεται στις σκέψεις του. "Κανόνας: όταν σηκώνεις τη μια άκρη ενός ραβδιού, τότε σηκώνεις και την άλλη". Κανένας...

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Ταξιδεύοντας (στ)

Κύριε, κάτι ξεχάσατε στην καρέκλα σας. Μια απλή πρόταση, που κανείς δεν βρέθηκε να του την πει... "Εμπρός παρακαλώ;", "Ναι, καλημέρα σας, ταξίδευα χθες το απόγευμα με το φλάινγκ κατ που έκανε εκτάκτως το δρομολόγιο από Πόρο για Πειραιά. Ξέρετε, χμ, πρέπει να έχω ξεχάσει μια σκουρόχρωμη πένα στη θέση που καθόμουν και ήθελα να ρωτήσω μήπως την βρήκατε. Είναι δώρο του παππού μου και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για εμένα.", "Καταλαβαίνω. Δυστυχώς, δε μου έχει αναφερθεί κάτι σχετικό. Μισό λεπτό όμως να ρωτήσω και τη συνάδελφο που ήταν στο εκδοτήριο χθες το απόγευμα. Που είπατε ότι καθόσασταν;", "Στην πίσω σειρά καθισμάτων, κοντά στο μπαρ, δίπλα στα παράθυρα της δεξιάς μεριάς του πλοίου, κάπου εκεί τέλος πάντων.", "Κύριε, λυπάμαι, αλλά ούτε και η συνάδελφος γνωρίζει κάτι για αυτό που ζητάτε."...

..."Καλησπέρα", "Καλησπέρα και σε σας, ξέρετε ταξίδεψα χθες το απόγευμα με αυτό το πλοίο από Πόρο για Πειραιά και την ώρα που σηκώθηκα για την αποβίβαση πρέπει να μου έπεσε πάνω στο κάθισμα ένα οικογενειακό κειμήλιο, μια σκουρόχρωμη πένα δώρο απ' τον παππού μου. Θα μπορούσα παρακαλώ πολύ να ανέβω μια στιγμή στο πλοίο να ψάξω μήπως παρ' ελπίδα την βρω;", "Βεβαίως κύριε. Θα σας συνοδεύσω εγώ. Που είπατε ότι καθόσασταν;", "Στην πίσω σειρά καθισμάτων, κοντά στο μπαρ, δίπλα στα παράθυρα της δεξιάς μεριάς του πλοίου... Κάπου εδώ δηλαδή...",  "Βρήκατε κάτι, κύριε;", "Όχι. (Γαμώτο...)".

Ο ήλιος στο λιμάνι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, κοκκινίζοντας τα τζάμια των κτιρίων των ναυτιλιακών εταιρειών και των πρακτορείων, των αυτοκινήτων, των ποσταλιών. Ο Ανδρέας ήθελε να περπατήσει, ίσως ένας περίπατος να τον βοηθούσε να πάρει απόφαση ότι χάθηκε ό,τι χάθηκε. Κοίταξε γύρω του, είδε να γίνονται έργα προς την κατεύθυνση της ακτής Μιαούλη και διάλεξε για τη βόλτα του την άλλη κατεύθυνση. Έστριψε ένα τσιγάρο χωρίς βιασύνη και ξεκίνησε το σεργιάνι του. Στην ακτή Ποσειδώνος τα περισσότερα πλοία των γραμμών του Αργοσαρωνικού είχαν ήδη επιστρέψει, ενώ στην ακτή Τζελέπη, αρχής γενομένης από το BS ITHAKI που ρεμέτζαρε, από ώρα σε ώρα θα επέστρεφαν και τα υπόλοιπα κυκλαδίτικα βαπόρια. 

Συνεχίζοντας το περπάτημα, από την ακτή Κονδύλη μέχρι και την ακτή Ηετίωνα είδε παρατεταγμένα τα μεγάλα, γρήγορα, πολυτελή αλλά και ασουλούπωτα πλοία που θα έφευγαν για Κρήτη μέχρι το βράδυ. Ένα από αυτά, ίσως το πιο όμορφο, σήκωνε άγκυρα εκείνη την ώρα για να εκτελέσει το τακτικό του δρομολόγιο στην γραμμή της Κασσοκαρπαθίας. Ο Ανδρέας είχε την παρόρμηση να κάτσει να χαζέψει τον απόπλου, αλλά τελικά συνέχισε τη βόλτα του. Πέρασε μπροστά από τα πλοία που θα αναχωρούσαν σε λίγες ώρες για Χίο - Μυτιλήνη, περπάτησε γύρω από τις εγκαταλειμμένες σιταποθήκες του λιμανιού και δίπλα από τη δεξαμενή του Βασιλειάδη, άφησε πίσω του το πλοίο της εταιρείας που μονοπωλούσε τις γραμμές της Δωδεκανήσου, το οποίο εκείνη την ώρα φόρτωνε κόσμο και οχήματα ντουμανιάζοντας τον ουρανό, και έφτασε μέχρι τον λιμενοβραχίονα της μπούκας του λιμανιού.

Ήταν επικίνδυνα εκεί, αλλά και η θέα μαγική. Πίσω του το λιμάνι, μπροστά του ξανοιγόταν ροδοκόκκινος ο Σαρωνικός, ροδοκόκκινο το Αιγαίο, ροδοκόκκινο το άπειρο. Πλησιάζοντας προς τον φάρο που βρισκόταν στην άκρη του λιμενοβραχίονα, το βλέμμα του μαγνητίστηκε από την εικόνα μιας νεαρής κοπέλας που καθόταν εκεί και πότε κοιτούσε τη θέα μπροστά της, πότε έγραφε κάτι σε ένα τετράδιο. Ο αέρας ανέμιζε τα λυμένα καστανόξανθά της μαλλιά και ανακάτευε την αύρα της με αυτή της θάλασσας. Μια ασυγκράτητη επιθυμία να μιλήσει στη γυναίκα αυτή κυρίευσε αστραπιαία τον Ανδρέα. Επιβράδυνε τον βηματισμό του για να μην την τρομάξει και έφτασε κοντά της, αγνοώντας εντελώς τον φόβο της ενδεχόμενης απογοήτευσης που θα ένιωθε αν η γυναίκα που θα προσέγγιζε τον απέρριπτε. "Καλησπέρα", της είπε γλυκά. 

Η Ρίτσα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε διερευνητικά. "Γνωριζόμαστε;", του απάντησε με αμυντική διάθεση. "Μάλλον όχι, δηλαδή δεν ξέρω, όμως ναι, τώρα που το λες κάτι μου θυμίζεις" είπε ο Ανδρέας, που πριν ακόμη ολοκληρώσει τη φράση του είχε καταλάβει ότι το χρώμα του προσώπου του συντονίστηκε με το ροδοκόκκινο τοπίο. Το παρατήρησε αυτό η Ρίτσα και αισθάνθηκε πιο ασφαλής. Έστρεψε πάλι την προσοχή της στο τετράδιο/ημερολόγιο που κρατούσε, αποφασισμένη να μη δώσει άλλο χώρο και σημασία στον αδέξιο εισβολέα. Με όση αυτοπεποίθηση μπορούσε να συγκεντρώσει ο Ανδρέας, συνέχισε: "Ταξίδευες μήπως χθες το απόγευμα από Πόρο για Πειραιά με μια φίλη σου; Σε θυμάμαι, ήσασταν μετά από εμένα στη σειρά επιβίβασης, γύρισα και σας κοίταξα όταν ρώτησες την υπεύθυνη πληρώματος αν μπορούσατε να καθίσετε σε όποιες θέσεις θέλατε!". Η Ρίτσα σήκωσε αργά το κεφάλι της και έστρεψε το βλέμμα της ενοχλημένη πάνω στον Ανδρέα. "Ας το καλό!", απάντησε με έκπληξη. "Θυμάμαι κι εγώ τη στιγμή που λες, σε θυμάμαι. Είσαι τελείως διαφορετικός χωρίς το κουστούμι", του απάντησε.

Ο πάγος έμοιαζε να σπάει. Μέσα σε πέντε λεπτά συστήθηκαν, μίλησαν για το χθεσινό τους ταξίδι, για τη βόλτα τους στο λιμάνι, για τις συμπτώσεις, για το υπέροχο ηλιοβασίλεμα, για τα πιο ενδιαφέροντα αλλά και τα πιο απίθανα μέρη που μπορεί κανείς να γράψει στο ημερολόγιό του. Η Ρίτσα παρέμενε καθιστή στη θέση της κάτω από τον φάρο, ο Ανδρέας στεκόταν αρκετά κοντά της αλλά όχι δίπλα της. Είχαν καλή διάθεση, χαμογελούσαν, αντάλλαζαν ματιές διερευνητικές... Οπωσδήποτε αποτελούσαν ενδιαφέρον θέαμα για τους δυο ψαράδες που ψάρευαν εκεί κοντά, καθώς και για τους λίγους επιβάτες που στέκονταν στα καταστρώματα των πλοίων που περνούσαν δίπλα τους, άλλα αναχωρώντας και άλλα καταφθάνοντας... 

Κάποια στιγμή ο Ανδρέας κατάλαβε ότι δε μπορούσε να βρει άλλο θέμα για να συνεχίσει την κουβεντούλα και ένιωσε ότι μάλλον και η Ρίτσα δεν ήθελε να συνεχίσει. Απρόθυμα, αλλά αποφασιστικά της είπε με σταθερή φωνή: "Λοιπόν, Ρίτσα, χάρηκα πραγματικά που ήρθαν έτσι τα πράγματα και γνωριστήκαμε. Θα σε αφήσω τώρα να συνεχίσεις το ταξίδι των εσωτερικών σου αναζητήσεων. Κάπου μπορεί να ξανασυναντηθούμε, που ξέρεις". Της χαμογέλασε και επειδή δεν πήρε κάποιο ξεκάθαρο σινιάλο από εκείνη, έκανε να φύγει πριν επιτρέψει στο αίσθημα της ματαίωσης να του χαλάσει τη διάθεση. "Ανδρέα, μισό λεπτό.", του απάντησε η Ρίτσα, η οποία σηκώθηκε γρήγορα από τη θέση της. Έγραψε σε μια λευκή σελίδα του τετραδίου της τον αριθμό του κινητού της, τον πλησίασε και του την έδωσε χαμογελαστή, λέγοντάς του: "Κι εγώ χάρηκα, Ανδρέα. Κάλεσε με αν το θελήσεις. Θα ήθελα να τα ξαναπούμε."...

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ταξιδεύοντας (ε)

"Κι αν δε μου περνάει από το μυαλό να κάτσω εκεί που θέλω αλλά ζητώ να μου επιτρέψουν να κάτσω όπου βρω, είναι γιατί δυσκολεύομαι να αναγνωρίζω και να στοχεύω σε πράγματα που κάνουν τη ζωή μου άξια για να τη βιώσω και εμένα καλύτερο άνθρωπο.

Κι αν βγάζω που και που επιθετικότητα και ξεσπάω το θυμό μου εκεί που δεν πρέπει -
χωρίς να σκέφτομαι την επίδραση των πράξεών μου στους άλλους -, είναι γιατί συνήθως δεν εκφράζω τα συναισθήματά μου ελεύθερα και κρατάω πολλά πράγματα μέσα μου,

Κι αν συχνά δεν εμπιστεύομαι τη συνείδησή μου αλλά ακολουθώ τις φωνές άλλων, είναι γιατί φοβάμαι την αποτυχία και τη μοναξιά και γιατί μέσα από τα πρέπει και τις εξαρτήσεις νιώθω κάποια ασφάλεια.

Κι αν συχνά δεν έχω την πυγμή και την πειθαρχία να κάνω τις υποσχέσεις μου πράξεις, είναι γιατί δεν είμαι ολόκληρος δοσμένος σε ό,τι κάνω.

Κι αν δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου όταν πέφτω, είναι γιατί με βαραίνει η σκέψη πως
ό,τι έγινε, έγινε, κι η πορεία δεν μπορεί να αντιστραφεί.

Κι αν γράφω ό,τι γράφω πίσω από αυτό το φωτοαντίγραφο τιμολογίου, είναι γιατί μέχρι να φτάσω στον δικό μου προορισμό θέλω να έχω ζήσει."

Αυτά πρόλαβε να αποτυπώσει στο χαρτί από όσες σκέψεις έκανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Μόλις το πλοίο μπήκε στο λιμάνι του Πειραιά, ο Ανδρέας μάζεψε τα πράγματά του βιαστικά και σηκώθηκε με μια παρορμητική ανυπομονησία να αποβιβαστεί. Κάτι είχε ξεχάσει στην καρέκλα του.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Ταξιδεύοντας (δ)

Η Ρίτσα και η φίλη της κάθισαν εκεί που ήθελαν: κάπου στη δεξιά μεριά του σαλονιού, δίπλα σε ένα παράθυρο με θέα τη θάλασσα και, για λίγες ακόμη στιγμές, το νησί. Μόλις πέντε - έξι μέτρα μακριά τους, ένα λευκό τραπέζι της καφετέριας του λιμανιού ήταν άδειο και καθαρό σαν καμβάς. Ήταν λες και ποτέ δεν κάθισαν στις μπαμπού καρέκλες του, λες και πάνω του ποτέ δεν ακούμπησαν τα χέρια τους, λες και καμιάς τους τα δάκρυα δεν έβρεξαν το τραπέζι αυτό ποτέ. Το πλοίο ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν ανάλαφρα και ευδιάθετα. Και το τραπέζι γρήγορα έγινε μια λευκή κουκκίδα στο ορίζοντα, μια ανάμνηση θολή.

«Ριτσάκι μου, θες ένα φρούτο;», ρώτησε η Αναστασία έχοντας ήδη πιάσει για τον εαυτό της ένα αχλάδι από την τσάντα της. «Έχω άλλο ένα, αλλά από ό,τι βλέπω είναι λίγο χαραγμένο - ελπίζω να μη το σιχαίνεσαι», συνέχισε. Παίρνοντας με χαρά η Ρίτσα το φρούτο που της πρόσφερε η φίλη της, παρατήρησε ότι η χαρακιά έμοιαζε πιο πολύ με κάποιο γράμμα του αλφαβήτου - μάλλον στο "Ε" - παρά με κάτι τυχαίο. «Αυτό δύσκολα να έγινε μόνο του, μάλλον κάποιος το χάραξε εκεί, κοίτα εδώ…», είπε η Ρίτσα. Ύστερα ρώτησε γεμάτη ενθουσιασμό την φίλη της «Αναστασία, την ιστορία της γιαγιάς μου στην έχω πει;». «Την ιστορία της γιαγιάς σου; Δε νομίζω. Για πες!», απάντησε η φίλη της.

«Η γιαγιά μου η Ελευθερία, η μάνα της μάνας μου – από εκεί πήρα και το όνομά μου – γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό τη Νισύρου, στις αρχές του εικοστού αιώνα, το 1908. Τα Δωδεκάνησα τότε ήταν μια ακόμη ελληνόφωνη και χριστιανοορθόδοξη επαρχία του Οθωμανικού κράτους και παρέμειναν έτσι μέχρι το 1912, οπότε και «απελευθερώθηκαν» από τους Ιταλούς. Τα χρόνια της Ιταλικής κατοχής ήταν σκληρά, ο περισσότερος κόσμος με το ζόρι τα έβγαζε πέρα. Τα κύματα μετανάστευσης προς Αμερική, Ρωσία και Αυστραλία είχαν ήδη ξεκινήσει. Η γιαγιά μου από μικρή βοηθούσε τους αγρότες γονείς της με τα χωράφια και με τα οικόσιτα ζώα. Παρόλο που ο δάσκαλος έλεγε ότι “τα έπαιρνε τα γράμματα”, οι γονείς της την απομάκρυναν από το σχολείο στο τέλος της τρίτης δημοτικού. “Έχουμε μεγάλες ανάγκες στα χωράφια”, είχαν πει στον δάσκαλο. Κατά βάθος όμως, τους κακοφαινόταν που στο σχολείο έβαζαν την κόρη τους να μαθαίνει Ιταλικά. Έτσι, λοιπόν, από πολύ μικρή η γιαγιά μου ήταν όλη μέρα στα χωράφια και στα ζώα, βοηθώντας μαζί με τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια της τους γονείς τους στη δουλειά. Μόνο το πρωί της Κυριακής δεν δούλευαν: έβαζαν τα καθαρά τους ρούχα και πήγαιναν και οι έξι τους στην εκκλησία “να ακούσουν το Ευαγγέλιο”, όπως μου έλεγε με περηφάνια.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παντελής, ο μεγάλος της αδελφός, πήγε στην Αμερική – κανείς ποτέ δεν έμαθε έκτοτε νέα του – και ο Αντωνάκης μπάρκαρε. Οι άλλοι δυο, ο Θοδωρής και ο Στεφανής, της έλεγαν να ανοίξει τα μάτια της να βρει έναν νοικοκύρη να παντρευτεί, επιτέλους να πάρουν σειρά και εκείνοι (έτσι ήταν τότε, τα αγόρια δεν παντρεύονταν μέχρι να παντρέψουν όλες τους τις αδελφές τους, έχοντας βεβαίως εξασφαλίσει για αυτές την κατάλληλη προίκα). Από τα δεκαπέντε της άρχισαν τα προξενιά: το πρώτο ήταν για ένα σαραντάχρονο ζωντοχήρο τσοπάνη, το δεύτερο για τον ανεψιό του γραμματικού του χωριού. Κλάμα η γιαγιά μου, κανέναν τους δεν ήθελε να πάρει. “Έτσι όπως πας θα μείνεις στο ράφι, αφορεσμένη. Αυτόν θα πάρεις, τελεία και παύλα”, της έλεγε ο πατέρας της θυμωμένος, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι. “Αν τον πάρω, θα φαρμακωθώ και θα 'χεις το κρίμα στο λαιμό σου” ψιθύριζε στην κυρά Πολυξένη, τη μάνα της, όταν έμεναν οι δυο τους. Και το προξενιό χαλούσε, μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο.»

«Μπράβο πείσμα η γιαγιά σου, Ριτσάκι μου», είπε η Αναστασία. «Έχεις καλά γονίδια!», συμπλήρωσε. «Που να ακούσεις και τη συνέχεια της ιστορίας», απάντησε η Ρίτσα, μασώντας ταυτόχρονα μια μπουκιά από το φρούτο που της πρόσφερε η φίλη της... «Τη γιαγιά μου γρήγορα άρχισε να τη βαραίνει η σκέψη πως οι δικοί της δεν την αγαπούσαν το ίδιο όπως παλιά, αισθανόταν βάρος, αισθανόταν μοναξιά. Στεναχωριόταν και ένιωθε ενοχές, χωρίς όμως να καταλαβαίνει τι φταίξιμό είχε που δεν ήθελε να παντρευτεί κάποιον που δεν της άρεσε... Μια μέρα που είχε τελειώσει πιο αργά από ό,τι συνήθως τις πρωινές δουλειές της με τα ζώα και με το χωράφι, αντί να γυρίσει στο χωριό αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι το απόγευμα, οπότε και θα μάντρωνε τις χορτάτες από βοσκή και ήλιο αγελάδες και θα ανηφόριζε προς το σπίτι της αγκαλιά με το καλάθι με τα αχλάδια και τα δαμάσκηνα που ήδη είχε μαζέψει. Οι δικοί της δεν θα ανησυχούσαν, ήταν κοινή πρακτική όλων των χωριανών να ξεμένουν στα χωράφια μέχρι το απόγευμα όποτε χρειαζόταν.

Κάτω από τον ίσκιο της αμυγδαλιάς την πήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει. Ξύπνησε μετά από ώρα όταν άκουσε φτερουγίσματα, πρόλαβε μάλιστα να δει μια πέρδικα να πετάει προς τα κλαδιά μιας συκιάς. Αφού σιγουρεύτηκε ότι οι αγελάδες της συνέχισαν να βοσκούν εκεί που τις άφησε χωρίς να έχουν σκορπίσει, κάθισε πάλι κάτω από το δένδρο και έπιασε να φάει ένα αχλάδι. Κοιτώντας το όμως από κοντά, μια έμπνευση της στιγμής την έκανε να αλλάξει γνώμη. Με ένα μικρό κλαράκι που βρήκε δίπλα της σχεδίασε προσεχτικά πάνω στο φρούτο ένα πουλί και έγραψε πάνω του το όνομά της, την ηλικία της και το όνομα του χωριού της... Μου έλεγε η γιαγιά μου πως ήθελε να φύγει από το κλουβί που ένιωθε ότι ήταν κλεισμένη και ότι την ώρα που ετοιμαζόταν να πετάξει στον αέρα ψηλά και μακριά το φρούτο με το σχέδιό της αντίκρισε την ίδια πέρδικα που πριν είχε δει να κρύβεται μες στη συκιά να ξεπροβάλει μαζί με επτά περδικόπουλα. Της ευφράνθηκε η ψυχή τής γιαγιάς μου, “γεια σου περδικούλα μου, της είπε”. Ύστερα σηκώθηκε, φρόντισε τα ζώα και φορτωμένη με το καλάθι αναχώρησε προς το χωριό.

Τα φρούτα που μάζεψε εκείνη τη μέρα, την προηγούμενη και την επόμενη, ο πατέρας της τα πούλησε στον έμπορα της χώρας που είχε έρθει για δουλειές Σαββάτο πρωί στο χωριό... Μετά από μια βδομάδα, επισκέφθηκε το νησί ο δεσπότης από τη Ρόδο για να χειροτονήσει τον καινούριο ιερέα του χωριού. Ήταν μεγάλο το γεγονός για το νησί, ανήμερα η εκκλησία ήταν γεμάτη από τους τοπικούς άρχοντες και τους χωριανούς των γύρω χωριών, που σύμφωνα με τη γιαγιά μου “ήταν όλοι ντυμένοι με τα καλά των σαν να ήταν η Λαμπρή”. Όταν η λειτουργία τελείωσε και ο καινούριος παπάς χειροτονήθηκε, ακολούθησε τραπέζι στην πλατεία. Κάποιος νεαρός διάκος από τη συνοδεία του δεσπότη ζήτησε από τον παπά να του φωνάξουν την Ελευθερία την Αντρειώτη, που την ήθελε για κάποιο θέλημα. Μόλις πλησίασε η γιαγιά μου και είδε να το νεαρό διάκο να την κοιτάει, κοκκίνισε ολόκληρη και κατέβασε χαμηλά το βλέμμα της. Ο νέος κληρικός είπε πως άκουσε να λεν ότι στα χωράφια του πατέρα της τάχα γίνονταν τα καλύτερα αχλάδια του νησιού και πως αν ήταν έτσι, θα ήταν όμορφο να φέρει στο τραπέζι του δεσπότη μερικά. “Εκτός και αν όλα όσα έχετε μαζέψει έκαναν φτερά και πέταξαν”, συμπλήρωσε, ρίχνοντάς της μια ματιά όλο νόημα...»

«Μη μου πεις!», αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αναστασία. «Ναι, Αναστασούλι μου!», απάντησε η Ρίτσα πάλι μπουκωμένη. «Να μην στα πολυλογώ, η γιαγιά μου τα έχασε, δε μπορούσε να μιλήσει, δε μπορούσε να κουνηθεί. Την αμηχανία την έλυσε η τετραπέρατη κυρά Πολυξένη, που διακριτικά είχε συνοδέψει την κόρη της ως το τραπέζι του δεσπότη και μυρίστηκε ευκαιρία: “Άντε κόρη μου παινεμένη να φέρεις τα αχλάδια και τα δαμάσκηνά μας, να τα χαρεί ο δεσπότης μας να τα χαρεί κι η συνοδεία του. Αχ και να μη με πονούσε τόσο η μέση μου και να μπορούσα να σε βοηθούσα να τα φέρουμε μαζί να μη μου κουραστείς Παναγιά μαζί σου...”. Η γιαγιά μου γύρισε προς τη μάνα της έκπληκτη, έτοιμη να τη ρωτήσει για το πρόβλημα που πρώτη φορά την άκουσε να λέει πως είχε στη μέση της, όταν ο νεαρός διάκος προσφέρθηκε να τη βοηθήσει εκείνος με το κουβάλημα. “Να έχεις την ευχή του Θεού, γιε μου” είπε η κυρά Πολυξένη πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της η κόρη της.

Τον νεαρό διάκο τον λέγανε Νικόλα. Πηγαίνοντας με τη γιαγιά μου να φέρουν τα φρούτα στην πλατεία του χωριού, της είπε ότι μέσα στα πράγματα που είχε αγοράσει από έναν Εβραίο μπακάλη στη Ρόδο ήταν τυχαία και το αχλάδι με το χαραγμένο αερικό και ότι τα πουλιά τα λάτρευε γιατί συμβόλιζαν πάνω από όλα την ελευθερία. Ότι παρατηρώντας καλύτερα το σχέδιο είδε τα στοιχεία κάποιας δεκαοκτάχρονης από ένα χωριό της Νισύρου και ότι του φάνηκε σημάδι από το Μεγαλοδύναμο γιατί το χωριό αυτό θα το επισκεπτόταν σύντομα συνοδεύοντας τον δεσπότη σε μια χειροτονία. Η γιαγιά μου άκουγε κατακόκκινη χωρίς να μιλά, μέχρι που έφτασαν στο σπίτι των γονιών της. Μόλις μπήκαν μέσα ο Νικόλας έκλεισε απαλά την πόρτα, της έπιασε τον καρπό και της είπε γλυκά “Καιρό πολύ προσευχόμουν πριν έρθει η μέρα της δικής μου χειροτονίας να γνωρίσω μια κοπέλα που να αγαπήσω και να παντρευτώ. Προξενιά είχα, αλλά δεν ήθελα έτσι. Είδα το σημάδι, είδα εσένα, τώρα ξέρω. Εσένα θέλω, Ελευθερία! Αν μόνο με θες και εσύ θα σε ζητήσω από τον πατέρα σου. Αν όχι, δεν θα παντρευτώ καμία και θα γίνω μοναχός.”, της είπε και έκλεισε τα λόγια του με λίγη ταραχή.

Η γιαγιά μου γρήγορα βρήκε το χρώμα και το θάρρος της. Του ζήτησε να την βοηθήσει να βάλουν τα φρούτα σε μια τσάντα. Όταν τελείωσαν, ο Νικόλας πήρε την τσάντα και πήγε βιαστικά να ανοίξει την πόρτα. Η γιαγιά μου του έπιασε τρυφερά το χέρι που κατευθυνόταν προς το πόμολο και - χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια - το φίλησε. Πήγαν πίσω στην πλατεία σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Το πρωί της άλλης μέρας ο παππούς μου ο παπά-Νικόλας ζήτησε την Ελευθερία από τον πατέρα της!». «Απίστευτο! Απίστευτο, Ριτσάκι μου! Πολύ όμορφη ιστορία, σε ευχαριστώ που μου τη μοιράστηκες μαζί μου!», είπε η Αναστασία. «Χαίρομαι που σου άρεσε», απάντησε η Ρίτσα. Το καταμαράν είχε ήδη μπει στο λιμάνι του Πειραιά και οι δυο φίλες μάζεψαν τα πράγματά τους και σηκώθηκαν για την αποβίβαση. Μπροστά τους στεκόταν ένας νεαρός κουστουμαρισμένος που κατά την επιβίβαση στον Πόρο είχαν την εντύπωση ότι τους χαμογέλασε...

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Ταξιδεύοντας (γ)

Το περιστατικό που θα αφηγηθώ συνέβη πέντε μήνες αφότου του ανατέθηκε από την εταιρεία η οργάνωση του λογιστηρίου ενός πελάτη σε κάποιο από τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Από την αρχή του κακοφάνηκε η ιδέα να ταξιδεύει ακτοπλοϊκώς αυθημερόν από και προς το νησί και μάλιστα - ειδικά το πρώτο διάστημα - σχεδόν σε καθημερινή βάση. Η σχηματισμένη πεποίθησή του ότι στη δουλειά τον υποτιμούν και δεν επενδύουν πάνω του, αναθέτοντάς του μόνο ό,τι περισσεύει, βρήκε πάλι χώρο να τραφεί...

Το περιστατικό συνέβη μια ζεστή Δευτέρα στα μέσα του Ιουνίου. Ο Ανδρέας είχε φτάσει από νωρίς το πρωί στα γραφεία του συγκεκριμένου πελάτη και προχωρούσε τις εργασίες του σβήνοντας και σημειώνοντας πάνω σε μια λίστα. Η οργάνωση του λογιστηρίου είχε ήδη προχωρήσει αρκετά και η καθημερινή του παρουσία εκεί δεν ήταν πια απαραίτητη, μια εξέλιξη που - όπως και η ποιότητα της συνεργασίας του με τους υπαλλήλους εκεί - τον χαροποιούσε ιδιαίτερα. Το μεσημέρι, λίγο πριν ολοκληρώσει τους ελέγχους σε λογιστικές εγγραφές και στο σχέδιο της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ, δέχτηκε με έκπληξη ένα τηλεφώνημα από το ταξιδιωτικό γραφείο που πρακτόρευε τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Του ανακοινώθηκε ότι εκτάκτως, λόγω αυξημένου αριθμού επιβατών, το απογευματινό δρομολόγιο προς Πειραιά θα το πραγματοποιούσε ένα καταμαράν αντί του ιπτάμενου δελφινιού. Του ανακοινώθηκε επίσης ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει το εισιτήριο που ήδη κατείχε για το ιπτάμενο δελφίνι, χωρίς να χρειάζεται να το μετατρέψει.

Το απόγευμα στο λιμάνι πολύς κόσμος περίμενε το πλοίο, μεταξύ των οποίων και ένα γκρουπ ηλικιωμένων. Η πολυκοσμία και η ζέστη στην προβλήτα, η πυκνή δουλειά της ημέρας, το πρωινό ξύπνημα και το ταξίδι έκαναν τον Ανδρέα να αισθάνεται κάποια κούραση. Ευτυχώς, το καταμαράν κατέφθασε στην ώρα του. Όταν ήρθε η σειρά του να επιβιβαστεί, έδειξε στην υπεύθυνη πληρώματος το εισιτήριό του (πάνω στο οποίο ήταν γραμμένη η αριθμημένη θέση που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει αν ταξίδευε με το δελφίνι), τη ρώτησε: "καθόμαστε όπου βρούμε;" και εισέπραξε ένα καταφατικό νεύμα. Καθώς προχωρούσε προς το εσωτερικό του πλοίου, άκουσε τη μία από τις δύο όμορφες κοπέλες που ήταν πίσω του στη σειρά επιβίβασης να ρωτάει: "καθόμαστε όπου θέλουμε;" και την υπεύθυνη πληρώματος να απαντάει "ναι!". Γύρισε το κεφάλι του χαμογελώντας, χωρίς να λογαριάσει αν θα παρεξηγούνταν για τη χειρονομία του. Μέχρι το καταμαράν να αφήσει για τα καλά πίσω του τον Πόρο, τον Γαλατά και τα Μέθανα, ο Ανδρέας συλλογιζόταν τις διαφορές που κρύβονταν μεταξύ του "καθόμαστε όπου βρούμε;" και "καθόμαστε όπου θέλουμε;"...